λάθος (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)

Loading

[láθos] 

όταν κάτι γίνεται λάθος, δε γίνεται με το σωστό ή τον κανονικό τρόπο


σωστά


Η λέξη “λάθος” προέρχεται από την Ελληνιστική Κοινή και αρχικά σήμαινε «ξεχασιά».

Αργότερα, στον Μεσαίωνα, πήρε τη σημερινή της σημασία (δηλαδή «κάτι που δεν είναι σωστό»). Αυτή η νέα σημασία δημιουργήθηκε από το ρήμα λανθάνω (που σημαίνει «δεν αντιλαμβάνομαι κάτι» ή «κρύβομαι»).

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


αλάθευτος -η -ο, αλάθητος -η -ο, λάθεμα, λαθεύω



Η λέξη “λάθος” στη νέα ελληνική γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ουσιαστικό, επίθετο και επίρρημα, με κάθε χρήση να έχει διαφορετική σημασία και εφαρμογή. Ακολουθούν οι διαφορές στη χρήση:

το λάθος
(ως επίθετο)

  1. Περιγράφει κάτι που είναι εσφαλμένο ή λανθασμένο.
  2. Περιγράφει μια επιλογή ή ενέργεια που είναι εσφαλμένη.

λανθασμένος/-η/-ο, εσφαλμένος/-η/-ο, άστοχος/-η/-ο

ορθός/-ή/-ό, σωστός/-ή/-ό

Παραδείγματα :

το λάθος
(ως ουσιαστικό)

  1. Αναφέρεται σε ένα σφάλμα ή μια εσφαλμένη πράξη, σκέψη ή απόφαση.
  2. Αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή γεγονός που είναι λάθος.

σφάλμα, λάθεμα

Παραδείγματα :

  • Ένα λάθος που προκαλείται κατά τη συγγραφή του προγράμματος, ανιχνεύεται από το μεταγλωττιστή… (Πηγή : http://ebooks.edu.gr/ )
  • Ο δημοσιογράφος, που προφανώς από την ένταση των στιγμών έκανε λάθος, ζήτησε από την πλευρά του συγγνώμη με την Ελληνίδα πρωταθλήτρια να συνεχίζει …. (Πηγή : https://www.lifo.gr/ )

λάθος
(ως επίρρημα)

  1. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ενέργεια που εκτελέστηκε εσφαλμένα.
  2. Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο έγινε κάτι λανθασμένα.

λανθασμένα, εσφαλμένα, στραβά

Παραδείγματα :

  • Πρέπει να συγκεντρωθούμε, να δούμε τι κάναμε λάθος τότε … (Πηγή : https://www.sdna.gr/)
  • Αντέγραψε λάθος δύο λέξεις με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το νόημα του κειμένου. (Πηγή : https://www.proson.gr/ )

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT