λαθρέμπορος

Loading

[laθrémboros] 

ο λαθρέμπορος είναι αυτός που εισάγει σε μια χώρα διάφορα εμπορεύματα με μυστικό και παράνομο τρόπο, είναι αυτός που διεξάγει λαθρεμπόριο.


 προπαροξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
ο
του
το
λαθρέμπορος
λαθρέμπορου
λαθρέμπορο
λαθρέμπορε
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τους
λαθρέμποροι
λαθρέμπορων
λαθρέμπορους
λαθρέμποροι

Ουσιαστικά σε -ος (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (βαθμός), παροξύτονα (δρόμος) και προπαροξύτονα (ανήφορος).

Τα οξύτονα και παροξύτονα τονίζονται σε όλες τις πτώσεις στην ίδια συλλαβή.

Από τα προπαροξύτονα σε άλλα παραμένει ο τόνος στην ίδια θέση, π.χ. ο ανήφορος, του ανήφορου, ενώ σε άλλα μετακινείται στην παραλήγουσα στη γενική ενικού και στη γενική και αιτιατική πληθυντικού, π.χ. ο άνεμος, του ανέμου, των ανέμων, τους ανέμους.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


λαθρέμπορος < λόγια παράδοση / λόγιος δανεισμός : λαθρ(ο)- + -έμπορος· μεταπλασμός κατά το έμπορος > έμπορας

 (γαλλικά : contrebandier )

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 



λαθρο-
 [laθro] & λαθρό- [laθró], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α’ συνθετικό & λαθρ- [laθr], όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α’ συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β’ συνθετικό γίνεται όχι φανερά αλλά κρυφά ή παράνομα: 

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)


λαθραλιεία, λαθραναγνώστης, λαθρεμπορία, λαθρεμπόριο, λαθρεπιβάτης,

[λόγιο δάνειο < ελληνιστική κοινή : λαθρ(ο)- θέμα του αρχαίου ελληνικού επιθέτου : λαθρ(αῖος) -ο- ως α’ συνθετικό : ελληνιστική κοινή : λαθρό-νυμφος ( = παντρεμένος κρυφά), λαθρο-φαγῶ (=τρώω κρυφά)]

-έμπορος [émboros] & (προφ.) -έμπορας [émboras] : β’ συνθετικό σε σύνθετα αρσενικά ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το εμπόριο αυτού που εκφράζει το α’ συνθετικό || το α’ συνθετικό χαρακτηρίζει τον τρόπο ή την έκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων:

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

ανθρακέμπορος, γουνέμπορος, δερματέμπορος, καπνέμπορος, καρβουνέμπορος, σιτέμπορος, σταφιδέμπορος, φαρμακέμπορος

[λόγιο δάνειο < ελληνιστική κοινή : -έμπορος < αρχαία ελληνική ουσιαστικό : ἔμπορος ως β’ συνθετικό : ελληνιστική κοινή : καμηλ-έμπορος ( = αυτός που πουλάει καμήλες) · μεταπλασμός κατά το έμπορος > έμπορας]


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Ο Βούλγαρος λαθρέμπορος ναρκωτικών Έβελιν Μπάνεφ που από το 2018 καταζητείται με διεθνές ένταλμα σύλληψης από την ‘Ιντερπολ, παραδόθηκε οικειοθελώς (Πηγή: https://www.ertnews.gr)
  • Η απαγόρευση εξαγωγών των ΗΠΑ σε προηγμένα τσιπ δεν έχει σταματήσει δεκάδες λαθρέμπορους να φέρνουν GPUs στην Κίνα από άλλες χώρες για να τις μεταπωλήσουν. (Πηγή: https://gr.pcmag.com)
  • Ενδεικτικό του μεγέθους του δικτύου λαθρεμπορίας καυσίμων είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τις Αρχές, τα κέρδη της οργάνωσης ξεπερνούν τα 21 δισ. δολάρια (Πηγή: https://www.patrisnews.com)
  • Μεξικό: Τουλάχιστον 19 νεκροί σε συγκρούσεις μεταξύ λαθρεμπόρων ναρκωτικών στα νότια της χώρας (Πηγή: https://www.protothema.gr)
  • Τη δεκαετία του ΄80 ένας νεαρός θεολόγος γίνεται «Λαθρέμπορος του Θεού» κι αναλαμβάνει την επικίνδυνη αποστολή να μεταφέρει παράνομα, από την ξηρά και τη θάλασσα, αποσπάσματα της Αγίας Γραφής στη Βουλγαρία και στην Αλβανία. (Πηγή: https://www.ertecho.gr/)
  • Λαθρέμποροι άγριας ζωής τρέχουν πιο γρήγορα από τα τσίτα (Πηγή: https://www.in.gr)
  • Πάρτι λαθρεμπόρων στα αλκοολούχα ποτά, πόσα χάνει το κράτος (Πηγή: https://www.sofokleousin.gr/)
  • Έκπληκτοι έμειναν αστυνομικοί σε αεροδρόμιο της Κίνας, όταν είδαν λαθρέμπορο που ταξίδευε να προσπαθεί να μεταφέρει 100 ζωντανά φίδια στο παντελόνι του (Πηγή: https://www.rosa.gr)
  • Οι λαθρέμποροι ναρκωτικών έχουν διακινήσει μέσω του Όσλο ουσίες εκατομμυρίων ευρώ. (Πηγή: https://www.ieidiseis.gr)
  • Φλόριντα: Επιστήμονες πιστεύουν πως καρχαρίες… τρώνε πακέτα κοκαΐνης που πετούν οι λαθρέμποροι στη θάλασσα (Πηγή: https://www.protothema.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT