λαδόξιδο

Loading

[laδóksiδo] 

1. όταν ανακατεύουμε λάδι με ξίδι, φτιάχνουμε το λαδόξιδο, που το ρίχνουμε σε σαλάτες ή σε άλλα φαγητά.

2. λαδόξιδο λέμε ένα επιτραπέζιο σετ αποτελούμενο από δύο μικρά μπουκάλια λαδιού και ξιδιού.



 προπαροξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
το
του
το
λαδόξιδο
λαδόξιδου
λαδόξιδο
λαδόξιδο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
τα
των
τα
λαδόξιδα
λαδόξιδων
λαδόξιδα
λαδόξιδα

Ουσιαστικά σε -ο (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (φυτό), παροξύτονα (δέντρο) και προπαροξύτονα (σίδερο).

Τα προπαροξύτονα διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες:

α) σε όσα ο τόνος τους παραμένει στην ίδια συλλαβή σε όλες τις πτώσεις και των δύο αριθμών (σίδερο) και

β) σε όσα κατεβάζουν τον τόνο κατά μία συλλαβή στη γενική ενικού και πληθυντικού (άτομο).

Υπάρχουν, βέβαια, και προπαροξύτονα που έχουν δύο τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικό, στον ένα ο τόνος παραμένει στην ίδια συλλαβή και στον άλλο κατεβαίνει στην παραλήγουσα (βούτυρο).

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


λαδόξιδο < λέξη ξένης προέλευσης είχε μπει στα ελληνικά κατά το μεσαίωνα λαδόξιδον < λαδο- + ξίδ(ι) -ον

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


αγουρόλαδο, αλαδιά, αμυγδαλόλαδο, ανάλαδος -η -ο, δαφνόλαδο, ελαιόλαδο, λαδάδικο, λαδάς, λαδέμπορος, λαδερός -ή -ό , λαδής -ιά -ί, λαδιά, λαδικό, λαδίλα, λαδώνω, μηχανόλαδο, μουρουνόλαδο, ρετσινόλαδο, σουσαμόλαδο, τηγανόλαδο,  τριανταφυλλόλαδο, ψαρόλαδο 

λαδο- [laδo] & λαδό- [laδó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α’ συνθετικό & λαδ- [laδ], όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. λάδι ως α’ συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· (πρβ. ελαιο-12)· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β’ συνθετικό: α. αναφέρεται στο λάδι, σχετίζεται με το λάδι ή είναι κατάλληλο για λάδι.β. περιέχει λάδι. 

λαδόκολλα, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδομπογιατίζω, λαδόξυδο, λαδόπανο, λαδορίγανη, λαδοτύρι, λαδόχαρτο


σκορδόξιδο, ξιδάτος -η -ο


τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, έξι το λαδόξυδο= Για ενέργειες σκόπιμα λανθασμένες, που αποβλέπουν σε εξαπάτηση κάποιου. 

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Η μεγάλη αύξηση της τιμής του ελαιόλαδου εξαφανίζει το λαδόξιδο από τις ταβέρνες. (Πηγή: https://politis.com.cy/)
  • Το χταπόδι είναι απολαυστικό ψητό στα κάρβουνα αλλά και βραστό, με λαδόξιδο και ρίγανη. (Πηγή: https://www.protothema.gr/)
  • Δυο λεπτά στο καυτό λάδι αρκεί για να μαραθεί η φλούδα, ενώ λίγο λαδόξιδο αναδεικνύει την μοναδική γεύση που συνδυάζεται με πλήθος συνοδευτικών. (Πηγή: https://www.tornosnews.gr/)
  • Στρώνουμε το κυριακάτικο τραπέζι και μαγειρεύουμε μοσχάρι κοκκινιστό και μουσταρδάτο, το οποίο θα απολαύσουμε με κολοκυθάκια βραστά και βλίτα, περιχυμένα με ένα απλό λαδόξιδο. (Πηγή: https://www.msn.com/)
  • Καλό θα είναι να την σερβίρουμε ζεστή, διότι έτσι αναδεικνύονται άριστα τα αρώματα από το σκόρδο, το λαδόξιδο και τα μυρωδικά. (Πηγή: https://www.pontosnews.gr/ )
  • Vinaigrette είναι η γαλλική ονομασία της και στη βάση της περιέχει λάδι και μια όξινη ουσία, όπως ξύδι ή λεμόνι, σε αναλογία 3 λάδι προς 1 ξύδι. Στην ελληνική κουζίνα δεν είναι άλλο από το δικό μας λαδόξιδο και λαδολέμονο. (Πηγή: https://cantina.protothema.gr/ )

λαδόξιδο ή λαδόξυδο ;

Η ορθή γραφή της λέξης, όπως καταγράφεται στα περισσότερα λεξικά της Νέας Ελληνικής, είναι “λαδόξιδο”. Η λέξη αυτή είναι σύνθετη, αποτελούμενη από τα στοιχεία “λάδι” και “ξίδι”, και η ορθογραφία της ακολουθεί τον κανόνα που θέλει το δεύτερο συνθετικό να γράφεται με “ι” στη δεύτερη συλλαβή, σύμφωνα με την παραδοσιακή γραφή της λέξης “ξίδι”.

Αντίθετα, η μορφή “λαδόξυδο” είναι λανθασμένη. Αν και η γραφή “ξύδι” με “υ” είναι πιο παλιά, εξακολουθεί να είναι ευρέως αποδεκτή και συναντάται συχνότερα στον γραπτό λόγο και στο διαδίκτυο.

Στην καθαρεύουσα, το ξίδι ονομάζεται “όξος”. Η λέξη “ξίδι” προέρχεται από το υποκοριστικό της λέξης “όξος”, δηλαδή “οξίδιον”, που με τον χρόνο έγινε “ξίδιν” και τελικά “ξίδι”. Αν και η γραφή “ξύδι” προέκυψε από μια λανθασμένη σύνδεση με τη λέξη “οξύς”, δεν έχει ετυμολογική βάση.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το σωστό είναι να γράφουμε “ξίδι” με γιώτα.

Παραδείγματα λανθασμένης ορθογραφίας :

  • Λαδόξυδο με βαλσάμικο ξύδι (Πηγή: https://www.cooklos.gr)
  • Χταπόδι σε λαδόξυδο..!!!. Εκπληκτικός μεζές ειδικά για το σαρακοστιανό μας τραπέζι (Πηγή: https://cookpad.com/gr/)
  • οι διατάξεις του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού με τις 38 τροπολογίες, θυμίζουν τη μέθοδο του, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, έξι το λαδόξυδο, (Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr)
  • Τέλος το χύμα λαδόξυδο στα τραπέζια των εστιατορίων (Πηγή: https://www.iefimerida.gr)
  • καταπληκτική πατάτα ψητή με λαδόξυδο και νόστιμο θράψαλο (Πηγή: https://www.in2life.gr)
  • Το γνωστό λαδόξυδο δεν υφίσταται πλέον, τουλάχιστον στη μορφή που το ξέραμε (Πηγή: https://www.protothema.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT