λαδομπογιά

Loading

[laδobojá] 

είδος μπογιάς που παρασκευάζεται από χρωστικές ουσίες και από διάφορους τύπους λαδιών και χρησιμοποιείται στη ζωγραφική ή στο βάψιμο των τοίχων.



ΣΥΝΩΝΥΜΑ

Ελαιόχρωμα


 οξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
η
της
τη
λαδομπογιά
λαδομπογιάς
λαδομπογιά
λαδομπογιά
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τις
λαδομπογιές
λαδομπογιών
λαδομπογιές
λαδομπογιές

Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).

Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.

Στην πρώτη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στην παραλήγουσα ανήκουν όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα, κοτρόνα, πατρόνα, πολυθρόνα, σφεντόνα, ε(α)γγόνα.

Στη δεύτερη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στη λήγουσα ανήκουν πολλά ουσιαστικά και αρκετά των οποίων ο τύπος της γενικής πληθυντικού δεν είναι εύχρηστος, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


Λαδομπογιά < λαδο- + μπογιά

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


αγουρόλαδο, αλαδιά, αμυγδαλόλαδο, ανάλαδος -η -ο, δαφνόλαδο, ελαιόλαδο, λαδάδικο, λαδάς, λαδέμπορος, λαδερός -ή -ό , λαδής -ιά -ί, λαδιά, λαδικό, λαδίλα, λαδώνω, μηχανόλαδο, μουρουνόλαδο, ρετσινόλαδο, σουσαμόλαδο, τηγανόλαδο,  τριανταφυλλόλαδο, ψαρόλαδο 

λαδο- [laδo] & λαδό- [laδó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α’ συνθετικό & λαδ- [laδ], όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. λάδι ως α’ συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· (πρβ. ελαιο-12)· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β’ συνθετικό: α. αναφέρεται στο λάδι, σχετίζεται με το λάδι ή είναι κατάλληλο για λάδι.β. περιέχει λάδι. (Δες περισσότερα εδώ) 

λαδόκολλα, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδομπογιατίζω, λαδόξυδο, λαδόπανο, λαδορίγανη, λαδοτύρι, λαδόχαρτο

αμπογιάτιστος -η -ο, καραμπογιά, κηρομπογιά, λαδομπογιατίζω, μπογιά, μπογιατζής, μπογιατίζω -ομαι, μπογιάτισμα, νερομπογιά, ξυλομπογιά


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • η λαδομπογιά που χρησιμοποίησε ο Ιταλός καλλιτέχνης της Αναγέννησης στο βασικό στρώμα της Μόνα Λίζα έχει μια χημική σύνθεση που διαφέρει από τα άλλα έργα του (Πηγή: https://www.skai.gr)
  • Μοναδικού κάλλους και περίτεχνες αγιογραφίες , κάτω από την λαδομπογιά που καλυπτόταν το τέμπλο της εκκλησίας για πολλά χρόνια , έφερε στο φως η σχολαστική και λεπτεπίλεπτη επέμβαση από ειδικούς στην συντήρηση έργων. (Πηγή: https://www.arcadiaportal.gr)
  • Παππούς έφαγε λαδομπογιά αντί για γιαούρτι κατά λάθος (Πηγή: https://www.athensmagazine.gr)
  • Όταν οι άνθρωποι μιλούν για τη μυρωδιά των λαδομπογιών, στην ουσία μιλάνε για τη μυρωδιά του τερεβινθελαίου που χρησιμοποιείται για την αραίωση του χρώματος ή για το πλύσιμο των πινέλων. (Πηγή: https://goldenolympia.com)
  • έβαψε με λαδομπογιά διαφόρων χρωμάτων και τσιμεντόχρωμα τους εξωτερικούς τοίχους μονοκατοικίας (Πηγή: https://www.gargalianoionline.gr/)
  • Η πιο συνηθισμένη επιλογή στο βάψιμο μεταλλικών κατασκευών αποτελεί η λαδομπογιά αλυδικής βάσης, η κλασική λαδομπογιά (Πηγή: https://k-home.gr)
  • λαδομπογιές – έχουν υψηλή διεισδυτική ισχύ, προστατεύουν αξιόπιστα από την υγρασία, αλλά στεγνώνουν αργά (αρκετές ημέρες ανάλογα με τη θερμοκρασία), (Πηγή: https://myhouse.bigbadmole.com)
  • Η λαδομπογιά στον καμβά ενός ζωγραφικού έργου, όσο παλιώνει, γίνεται διάφανη. (Πηγή: https://www.dioptra.gr/Files/Products/537.pdf
  • τη λαδομπογιά την χρησιμοποιούμε πια μόνο για καμιά πόρτα, κανά παράθυρο, καμιά ντουλάπα, ή καμιά καρέκλα… (Πηγή: https://thedecopages.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT