ο λυπημένος ➖ η λυπημένη ➖ το λυπημένο

Loading

[lipiménos] 

1. όταν κάποιος είναι λυπημένος, νιώθει λύπη, ψυχικό πόνο.

2. όταν κάτι είναι λυπημένο, φανερώνει τη λύπη μας.


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

στενοχωρημένος, θλιμμένος


χαρούμενος


Μετοχή της παθητικής φωνής σε -ος, -η, -ο : Η μετοχή του παρακείμενου της παθητικής φωνής λυπημένος – λυπημένη – λυπημένο κλίνεται ως επίθετο σε όλες τις πτώσεις και στα τρία γένη, όπως τα τρικατάληκτα παροξύτονα επίθετα σε -ος, -η, -ο .

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
ο
του
τον
λυπημένος
λυπημένου
λυπημένο
λυπημένε
η
της
την
λυπημένη
λανθασμένης
λανθασμένη
λανθασμένη
το
του
το
λυπημένο
λυπημένου
λυπημένο
λυπημένο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τους
λυπημένοι
λυπημένων
λυπημένους
λυπημένοι
οι
των
τις
λυπημένες
λυπημένων
λυπημένες
λυπημένες
τα
των
τα
λυπημένα
λυπημένων
λυπημένα
λυπημένα
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

λυπημένος < μεσαιωνική ελληνική :  λυπημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λυπώ

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


αλύπητος -η -ο, άλυπος -η -ο, αξιολύπητος -η -ο, καταλυπημένος -η -ο, λύπη, λυπηρός -ή -ό, λύπηση, λυπητερός -ή -ό, παυσίλυπος -η -ο, περίλυπος -η -ο, συλλυπητήριος -α -ο, χαρμολύπη


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Είμαι απίστευτα λυπημένος από την απώλεια της αγαπημένης μου φίλης… (Πηγή: https://www.cnn.gr)
  • εάν κάποιος καταφέρει και αλλάξει την ψυχολογία ενός λυπημένου ανθρώπου, χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο, αλλάζει ταυτόχρονα όλη η διάθεσή του (Πηγή: https://www.elemesos.com)
  • Καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου, αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε συλλογίζομαι… (Πηγή: https://www.filosofikilithos.gr)
  • …όταν είστε λυπημένοι, υψώνεται μπροστά σας ένας τοίχος και είναι σχεδόν αδύνατο να κάνετε οτιδήποτε σωστά. (Πηγή: https://meygeia.gr)
  • ..Ισχυριζόταν πως τις μαρίδες που μου τηγάνιζε, τις ψάρευε από τα μάτια των λυπημένων. (Πηγή: https://newpost.gr)
  • Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια νεράιδα που ήταν συνεχώς λυπημένη. Τίποτα δεν της άλλαζε τη διάθεση. (παραμύθι) (Πηγή: https://www.paidika-paramythia.gr)
  • Μέσα από ένα επιστημονικό πλαίσιο φαίνεται ότι η ακρόαση λυπημένης μουσικής μπορεί να οδηγήσει σε θετικά συναισθήματα (Πηγή: https://www.athensvoice.gr)
  • Θά ’ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου θα καθίσουν βαθιά λυπημένες. (Οι αγάπες, Κ. Καρυωτάκης) (Πηγή: https://itravelpoetry.com)
  • Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν’ αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ’ εκείνη την περιοχή. (Πηγή: http://ebooks.edu.gr)
  • Στης γειτονιάς της φτωχικής, γυρίζει ο νους μου τα στενά, τα λυπημένα δειλινά (
    Ζαχαρίας Παπαντωνίου) (Πηγή: https://stixoi.info)
  • “Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα” (παραδοσιακό τραγούδι) (Πηγή: https://myilianews.gr)


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT