![]()
[lípi]
![]()
η λύπη (ουσιαστικό, θηλυκό)
1. Η λύπη είναι το έντονο συναίσθημα μεγάλης στενοχώριας ή ψυχικού πόνου, που νιώθουμε όταν συμβαίνει κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή όταν οι προσδοκίες μας διαψεύδονται.
2. Η λύπη μπορεί επίσης να είναι ένα γεγονός ή ένα πρόβλημα που μας προκαλεί στενοχώρια.
3. Η λύπη είναι το συναίσθημα που νιώθουμε όταν λυπόμαστε κάποιον, δηλαδή οίκτος ή συμπόνια για την κατάστασή του.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
1. στενοχώρια, δυσαρέσκεια
3. οίκτος, συμπόνια, λύπηση
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
1. χαρά
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
| παροξύτονο | ||
| Ενικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της τη(ν) – | λύπη λύπης λύπη λύπη |
| Πληθυντικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις – | λύπες λυπών λύπες λύπες |
![]()
Ουσιαστικά σε -η, πληθυντικός σε -ες (ισοσύλλαβα)
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (γραμμή), παροξύτονα (γνώμη) και προπαροξύτονα (κάμαρη). Όλα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα.
Ορισμένα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά δεν σχηματίζουν γενική πληθυντικού, π.χ. ζέστη, χάρη, ζάχαρη (πληθ. = ζάχαρες, όταν πρόκειται για ζάχαρη σε κύβους).
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Η λέξη λύπη προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά, όπου σήμαινε το ίδιο πράγμα: στενοχώρια ή θλίψη. Έχει παραμείνει με την ίδια σημασία μέχρι και σήμερα.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
αξιολύπητος -η -ο, λυπημένος -η -ο, λυπηρός -ή -ό, λύπηση, λυπητερός -ή -ό, συλλυπητήριος -α -ο
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • με λύπη • μετά λύπης • προς μεγάλη μου λύπη | = όταν κάποιος ανακοινώνει κάτι δυσάρεστο ή άσχημο. Δηλώνουν ότι το άτομο νιώθει στενοχώρια ή θλίψη για αυτό που πρόκειται να πει ή να ανακοινώσει. | |
| • της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη | = Αυτή η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που δεν έχει διάρκεια ή σταθερότητα. Δηλαδή, απολαμβάνουμε ή χαιρόμαστε για κάτι την Κυριακή, αλλά την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, μπορεί να αισθανόμαστε απογοήτευση ή λύπη. Έτσι, εκφράζει την ιδέα ότι η χαρά μπορεί να είναι προσωρινή και να αντικαθίσταται γρήγορα από τη θλίψη ή τη στενοχώρια. |
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
| • μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη | = όταν μοιράζουμε τη λύπη μας με κάποιον άλλον, αυτή γίνεται πιο ελαφριά και πιο εύκολη να αντέξουμε. Όταν συζητάμε για τα προβλήματά μας ή μοιραζόμαστε τα συναισθήματά μας, αισθανόμαστε καλύτερα, γιατί δεν τα αντιμετωπίζουμε μόνοι μας. Έτσι, η λύπη μας μειώνεται, σαν να γίνεται “μισή”. |
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Σύμφωνα με νέα έρευνα η λύπη είναι ο κυρίαρχος των συναισθημάτων. (Πηγή: https://www.news247.gr)
- Συναισθήματα: Η χαρά ή η λύπη διαρκεί πιο πολύ; (Πηγή: https://www.vita.gr/)
- Ολυμπιακός: Η “καλημέρα” είχε τα δάκρυα λύπης του μικρού φίλου των ερυθρολεύκων που έγιναν δάκρυα χαράς (Πηγή: https://www.sport24.grl)
- Οργή και λύπη εκφράζει η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος με αφορμή την υπόθεση Λύτρα (Πηγή: https://www.newsbeast.gr)
- Βατικανό: H Αγία Έδρα εξέφρασε την λύπη της για ορισμένες σκηνές της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων (Πηγή: https://www.protothema.gr)
- Γύρισα να δω πως συμπεριφέρονται αυτοί οι γονείς και μετά λύπης μου διαπίστωσα ότι δεν είναι καλύτεροι από τα παιδιά τους (Πηγή: https://www.energoimpampades.gr)
- Τη στάχτη και τη λύπη δεν την αγαπώ. Αλλά λέει ο ποιητής: Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε. (Πηγή: https://www.likewoman.gr)
- Δέθηκα σ’ έναν κόμπο λύπης, θα γράψει ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης, στο ποίημά του «Κλίμα της απουσίας» από τη συλλογή «Προσανατολισμοί». (Πηγή: https://www.thepresident.gr)
- Είσαι ένα καρδιοχτύπι, μου ‘χεις κόψει τα φτερά, Έλα πάρε μου τη λύπη, έλα δωσ’ μου τη χαρά (1961 – Η Νάνα Μούσχουρη τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι) (Πηγή: https://kithara.to)
- «Η ποίηση… μια παυσίπονη σταγόνα σ’ έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο» (Πηγή: https://www.lesvosnews.net)
- κάτω από το γυαλιστερό περιτύλιγμα υπάρχει ένα μίζερο πανηγυριώτικο τρενάκι «της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη». (Πηγή: https://www.efsyn.gr)
ΣΧΟΛΙΑ
Λύπη (ουσιαστικό)
Η λύπη αναφέρεται σε ένα συναισθημα θλίψης, στενοχώριας ή απογοήτευσης, συνήθως λόγω κάποιου δυσάρεστου γεγονότος ή κατάστασης.
Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει συναισθήματα που προκαλούνται από απώλειες, αποτυχίες ή άσχημα νέα.
Λείπει (ρήμα)
Το ρήμα λείπει σημαίνει ότι κάτι ή κάποιος δεν είναι παρών ή ότι κάτι δεν υπάρχει στην κατάλληλη ποσότητα ή κατάσταση.
Χρησιμοποιείται συχνά σε περιπτώσεις όπου κάτι είναι απαραίτητο ή επιθυμητό αλλά δεν υπάρχει, όπως π.χ. “Μου λείπει ο φίλος μου” ή “Λείπει η σάλτσα από τη σαλάτα.”


Αφήστε μια απάντηση