![]()
[lijerós]
![]()
1. όταν κάποιος είναι λυγερός, είναι λεπτός και ψηλός
2. όταν το σώμα μας είναι λυγερό, είναι λεπτό και λυγίζει εύκολα
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
ευλύγιστος, ευθυτενής, λυγερόκορμος
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
σκληρός, άκαμπτος
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Επίθετα σε -ος, -η, -ο : Τρικατάληκτο, οξύτονο επίθετο σύμφωνα με το οποίο κλίνονται και τα αγαθός, δασικός κ.ά. . Ο τόνος πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή. (Δείτε όλα τα επίθετα αυτής της κατηγορίας εδώ ).
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον – | λυγερός λυγερού λυγερό λυγερέ | η της την – | λυγερή λυγερής λυγερή λυγερή | το του το – | λυγερό λυγερού λυγερό λυγερό |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους – | λυγεροί λυγερών λυγερούς λυγεροί | οι των τις – | λυγερές λυγερών λυγερές λυγερές | τα των τα – | λυγερά λυγερών λυγερά λυγερά |
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Η λέξη λυγερός προέρχεται από την μεσαιωνική ελληνική λυγερός, η οποία είναι παραλλαγή της λέξης λυγηρός.
⇩
Αυτή η μορφή με την τροπή του άττοντου φωνήεντος ir > er προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λυγός (που σημαίνει «ευλύγιστος» ή «μαλακός»), το οποίο σχετίζεται με το φυτό λυγαριά.
⇩
Έτσι, η λέξη λυγερός έχει την έννοια του «ευλύγιστου» ή «ελαφρού», και χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι εύκαμπτο ή λεπτό με μια ιδιαίτερη χάρη στην κίνηση, όπως π.χ. η μορφή ή η κίνηση ενός σώματος ή αντικειμένου.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
βεργολυγερή, λυγεράδα, λυγερόκορμος -η -ο
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Κοιτάζοντάς τον νομίζεις ότι θα σπάσει ο λυγερός κορμός του αλλά το μόνο που βλέπεις, είναι να αμύνεται καθώς… «βασανίζεται» από το ανελέητο χτύπημα! Ο φοίνικας μες την ανεμοζάλη του, δεν το βάζει όμως κάτω…(Πηγή: https://parianostypos.gr)
- Στην απάνω άκρη κάποιου λυγερού καλαμιού, 2-3 οργιές μακρύ δένεται ένα γερό, ψιλό νήμα (Πηγή: https://www.athlepolis.gr)
- Το λυγερό της κορμί έγερνε, σαν κουρασμένο, απάνω στα ζώο και το κεφάλι της ήτανε λυπητερά σκυμμένο. (Το αγριολούλουδο, Παύλος Νιρβάνας) (Πηγή: https://logotechnikoistologio.wordpress.com)
- Περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Λυγεροί και ψηλόσωμοι. Το βήμα τους ήταν ανάλαφρο και κάπως ταχύ, παρά τα αρκετά χρόνια που είχαν φορτωμένα στην πλάτη τους. (Πηγή: https://www.filodimos.gr)
- Με τη χρήση λυγερών κλαδιών από θαμνώδη φυτά ή καλάμια κατασκευάζονταν πολλά από τα χρηστικά αντικείμενα της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. (Πηγή: https://e-mesara.gr)
- όμως εκείνη τη στιγμή ήταν βέβαιο ότι είχε δει άλογα να καλπάζουν και ν’ αγκαλιάζονται, υψώνοντας τους λυγερούς λαιμούς τους στον ουρανό. (Πηγή: https://www.poeticanet.gr)
- Μια λυγερή κατέβαινε στη βρύση να γεμίσει, στο δρόμο δράκος κάθετο την κόρη να φιλήσει (παραδοσιακό τραγούδι) (Πηγή: https://el.wikisource.org)
- Της λυγερής το φόρεμα, της νύφης το φουστάνι, δέκα κορίτσια το ’ραβαν και δεκοχτώ ραφτάδες (παραδοσιακό τραγούδι) (Πηγή: https://www.domnasamiou.gr)
- Oι παπαρούνες λυγερές, στον κάμπο σαν κοπέλες (Πηγή: https://www.ekriti.gr)
- Αεροσάλευτα μέσα στις γαστρούλες τα ροδοζαχαρένια πελαργόνια, σα βαμμένες από ντροπή κορούλες, τρεμογέρνουν τα λυγερά τους κλώνια. (Ανεμόσκαλα Κωστής Παλαμάς(Πηγή: )
ΣΧΟΛΙΑ
λυγερή (ως επίθετο)
Ως επίθετο, η λέξη “λυγερή” περιγράφει κάτι ή κάποια που ευλύγιστη και λεπτή (π.χ. λυγερή μέση, λυγερή κορμοστασιά),
η λυγερή (ως ουσιαστικό)
Ως ουσιαστικό, “η λυγερή” αναφέρεται στη νέα και ωραία γυναίκα.


Αφήστε μια απάντηση