![]()
[liγarjá]
![]()
η λυγαριά (ουσιαστικό, θηλυκό)
1. η λυγαριά είναι ένας θαμνώδης, φυλλοβόλος θάμνος (επιστημονική ονομασία: Vitex agnus-castus) με λεπτά και ευλύγιστα κλαδιά που λυγίζουν εύκολα. Έχει λογχοειδή φύλλα και παράγει λευκά, μοβ, μπλε ή ροζ αρωματικά άνθη, τα οποία αναπτύσσονται κωνικά στις κορυφές των μίσχων.
2. η λυγαριά είναι το ξύλο του θάμνου λυγαριάς, το οποίο χρησιμοποιείται για να φτιάχνουμε διάφορα αντικείμενα. Αναφέρεται επίσης σε λεπτές και ευλύγιστες βέργες ή κλαδιά λυγαριάς, που είναι ιδανικά για χειροτεχνίες και κατασκευές.
ΠΟΛΥΜΕΣΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
| οξύτονο | ||
| Ενικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της τη(ν) – | λυγαριά λυγαριάς λυγαριά λυγαριά |
| Πληθυντικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις – | λυγαριές λυγαριών λυγαριές λυγαριές |
![]()
Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).
Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Η λέξη «λυγαριά» έχει ξένη προέλευση και εισήλθε στην ελληνική γλώσσα κατά τον Μεσαίωνα. Προήλθε από τη μορφή λυγαρέα, η οποία σχηματίστηκε με συνίζηση για να αποφευχθεί η χασμωδία.
⇩
Η ρίζα της λέξης προέρχεται από το λυγάρ(ι), που αναφέρεται στον καρπό, και το επίθημα -έα.
⇩
Το -ιά είναι υποκοριστικό της αρχαίας λέξης λυγός, που στην αρχαία ελληνική ήταν θηλυκού γένους (ἡ λυγός) και είχε τη σημασία του ευλύγιστου κλαδιού.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ


Αφήστε μια απάντηση