![]()
[lúki]
![]()
το λούκι (ουσιαστικό, ουδέτερο)
1. Υδρορροή: Το λούκι είναι οριζόντιος ή κατακόρυφος σωλήνας που χρησιμοποιείται για την αποχέτευση των νερών της βροχής από τη στέγη ή τη βεράντα ενός κτιρίου.
2. Υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση: Το λούκι είναι μια αυλακωτή κατασκευή ή κοίλος σχηματισμός που χρησιμοποιείται σε ηλεκτρολογικές ή υδραυλικές εγκαταστάσεις.
3. Ραπτική: Στον τομέα της ραπτικής, το λούκι είναι ένα είδος πτυχής, όπως οι πιέτες σε μια φούστα.
4. Ορειβασία: Στην ορειβασία, λούκι αναφέρεται σε ένα βραχώδες πέρασμα ή στενό διάδρομο.
5. λούκι λέμε μια αγχώδη και πιεστική κατάσταση από την οποία είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς. (μεταφορική σημασία)
ΠΟΛΥΜΕΣΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
| παροξύτονο | ||
| Ενικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το – | λούκι – λούκι λούκι |
| Πληθυντικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα – | λούκια – λούκια λούκια |
![]()
Η λέξη λούκι δεν έχει γενική στον ενικό και στον πληθυντικό αριθμό.
![]()
Ουσιαστικά σε -ι (ισοσύλλαβα)
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (νησί Ο43) και παροξύτονα (σπίτι Ο45). Το μόνο προπαροξύτονο είναι το φίλντισι.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Η λέξη «λούκι» προέρχεται από την τουρκική λέξη «oluk», που σημαίνει «σωλήνας» ή «αυλάκι».
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • περνάω λούκι | = Σημαίνει ότι δυσκολεύομαι. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση στην οποία κάποιος αντιμετωπίζει προβλήματα ή δυσκολίες, είτε στην προσωπική του ζωή είτε σε άλλους τομείς. |
| • τραβάει λούκι στη δουλειά | = Σημαίνει ότι ζορίζεται στη δουλειά του. Υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος περνάει δυσκολίες ή είναι υπό πίεση στη δουλειά του. |
| • Έχουν μπει για τα καλά στο λούκι | = Σημαίνει ότι έχουν εισέλθει σε ρουτίνα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση όπου κάποιος έχει καταλήξει να ακολουθεί μια συνήθεια ή επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα. |
| • έπεσε στο λούκι των ναρκωτικών | = Σημαίνει ότι έχει υποστεί εξάρτηση από ναρκωτικά. Δηλώνει ότι κάποιος έχει πέσει στην παγίδα της εξάρτησης από ναρκωτικά ή άλλες εθιστικές ουσίες. |
| • Πέρασε πολλά λούκια. | = Σημαίνει ότι έχει βιώσει βάσανα, δυσκολίες ή ταλαιπωρίες. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις δύσκολες καταστάσεις και τα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει κάποιος στη ζωή του. |
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Έριξε νερό σε λούκι και έπνιξε δύο γατάκια στη Ν. Φιλαδέλφεια (Πηγή: https://www.dikastiko.gr)
- ΒΙΚΤΟΡ ΟΣΙΜΕΝ: «Μικρός καθάριζα λούκια στους δρόμους, ίνδαλμά μου ο Ντρογκμπά» (Πηγή: https://sportday.gr)
- Άννα Βίσση: «Δεν θα με βάλετε σε αυτό το λούκι να κρίνω συναδέλφους μου» (Πηγή: https://www.newsbreak.gr)
- Ζαγοράκης για τη σύζυγό του: «Η Ιωάννα τραβάει όλο το λούκι» (Πηγή: https://www.enikos.gr)
- Άλλο ένα δυστύχημα στο Λούκι του Μύτικα σήμερα, με θύμα Σλοβάκο ορειβάτη. (Πηγή: https://anevenontas.gr/)
- Αν θέλετε έναν ολοκληρωτικό καθαρισμό σε λούκια και υδρορροές… (Πηγή: https://apofraxeis24.eu)
- Βρείτε Πηχάκι Σουηδικό Λούκι Γωνίας Ταβανιού (Πηγή: https://www.praktiker.gr)
- Χωρίς τη βοήθεια γιατρού δεν είναι δύσκολο να μπει στο λούκι των ναρκωτικών! (Πηγή: https://users.sch.gr)
- Έχει περάσει λούκια με τα κιλά όμως ποτέ δεν το έβαλε κάτω. (Πηγή: https://www.newsbomb.gr)


Αφήστε μια απάντηση