ο λιγομίλητος ➖ η λιγομίλητη ➖ το λιγομίλητο

Loading

[liγomílitos] 

όταν κάποιος είναι λιγομίλητος, μιλάει λίγο, δε μιλάει πολύ


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

ολιγομίλητος, λιγόλογος


πολυλογάς, φλύαρος


Επίθετα σε -ος, -η, -ο : Τρικατάληκτο, προπαροξύτονο επίθετο σύμφωνα με το οποίο κλίνονται και τα όμορφος, όμορφη, όμορφο κ.ά. . Ο τόνος πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή.  (Δείτε όλα τα επίθετα αυτής της κατηγορίας εδώ ).

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
ο
του
τον
λιγομίλητος
λιγομίλητου
λιγομίλητο
λιγομίλητε
η
της
την
λιγομίλητη
λιγομίλητης
λιγομίλητη
λιγομίλητη
το
του
το
λιγομίλητο
λιγομίλητου
λιγομίλητο
λιγομίλητο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τους
λιγομίλητοι
λιγομίλητων
λιγομίλητους
λιγομίλητοι
οι
των
τις
λιγομίλητες
λιγομίλητων
λιγομίλητες
λιγομίλητες
τα
των
τα
λιγομίλητα
λιγομίλητων
λιγομίλητα
λιγομίλητα
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

Η λέξη λιγομίλητος είναι σύνθετη και σχηματίζεται από τα εξής στοιχεία:

  • λιγο-, παραγωγικό πρόθημα από το επίρρημα λίγο, που δηλώνει μικρή ποσότητα ή ένταση.
  • μιλη-, θέμα του ρήματος μιλώ.
  • -τος, επίθημα που σχηματίζει επίθετα παθητικής σημασίας.

λιγομίλητος < λιγο- + μιλη- (από το μιλώ, αρχ. μιλέω, παραλλαγή του λέγω) + -τος.

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


λιγοθυμία, λιγοθυμώ, λιγομίλητος -η -ο, λίγος -η -ο, λιγόστεμα, λιγοστεύω, λιγοστός -ή -ό, λιγόφαγος -η -ο, λιγοψυχιά, λιγόψυχος -η -ο, λιγοψυχώ, ολιγόζωος -η -ο, ολιγοήμερος -η -ο

ακριβομίλητος -η -ο, αμίλητος -η -ο, αντιμίλημα, γλυκομίλητος -η -ο, κρυφομίλημα, λιγομίλητος -η -ο, μίλημα, μιλητός -ή -ό, ομιλητής, ομιλητική, ομιλητικός -ή -ό, ομιλητικότητα, παραμίλημα, παραμιλητό, συνομιλητής


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Ο Γιώργος Λάνθιμος είναι ένας πολύ κλειστός τύπος, λιγομίλητος, επιβλητικός, αποπνέει δύναμη, αλλά μπορεί να γίνει και πολύ αστείος. (Πηγή: https://www.marieclaire.gr)
  • Μου΄δωσε την εντύπωση ενός λιγομίλητου ανθρώπου, σοβαρού, ρεαλιστή, σκοπευτή της ουσίας, κοφτού, μάγκα με την καλή έννοια, ντόμπρου, (Πηγή: http://www.redsagainsthemachine.gr)
  • Εκείνη από την άλλη ήταν λιγομίλητη. Έδινε ελάχιστες πληροφορίες, σαν να βαριόταν ή να ήθελε κάτι να κρύψει. (Πηγή: https://poets.gr)
  • Η εικόνα της υποταγμένης και λιγομίλητης γυναίκας, που δεν έχει βούληση , είναι συχνή στην παραδοσιακή οικογένεια του παρελθόντος. (Πηγή: http://tzimpilistella.blogspot.com)
  • Στους άντρες αρέσουν οι λιγομίλητες γυναίκες και όχι αυτές που δεν βάζουν γλώσσα μέσα. (Πηγή: https://www.citywoman.gr)
  • Αυτοί οι λιγομίλητοι άνθρωποι προτιμούν να γράφουν και να διαβάζουν από το να εξωτερικεύουν τις απόψεις τους. (Πηγή: https://www.larissanet.gr)
  • Τα μέτρα αυτά αποσκοπούσαν στη διαμόρφωση ανθρώπων λιγομίλητων και με απόλυτη πειθαρχία. (Πηγή: https://autochthonesellhnes.blogspot.com)
  • Η απεραντοσύνη του λευκού και η αυτοκρατορία του ήχου του ανέμου ανάμεσα στους λιγομίλητους πάγους. (Πηγή: http://www.mic.gr)
  • Ένα ασυνόδευτο παιδί πολύ συνεσταλμένο, λιγομίλητο, με μόνιμη θλίψη στα μάτια… (Πηγή: https://metadrasi.org)
  • Μερικά παιδιά γίνονται κλειστά, εσωστρεφή, λιγομίλητα, αρχίζουν να λιγοστεύουν τις παρέες τους, παύουν να είναι ανέμελα, (Πηγή: https://pinakaskimolia.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT