![]()
[liγóloγos]
![]()
1. όταν κάποιος είναι λιγόλογος, δε λέει πολλά λόγια, μιλάει λίγο
2. όταν κάτι είναι λιγόλογο, το λέμε ή το γράφουμε με λίγα λόγια ή εκφράζεται με ή χαρακτηρίζεται από συντομία και συνήθ. περιεκτικότητα.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
- ολιγόλογος, λιγομίλητος
- σύντομος, λακωνικός, περιεκτικός
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
- φλύαρος, πολυλογάς
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Επίθετα σε -ος, -η, -ο : Τρικατάληκτο, προπαροξύτονο επίθετο σύμφωνα με το οποίο κλίνονται και τα όμορφος, όμορφη, όμορφο κ.ά. . Ο τόνος πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή. (Δείτε όλα τα επίθετα αυτής της κατηγορίας εδώ ).
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον – | λιγόλογος λιγόλογου λιγόλογο λιγόλογε | η της την – | λιγόλογη λιγόλογης λιγόλογη λιγόλογη | το του το – | λιγόλογο λιγόλογου λιγόλογο λιγόλογο |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους – | λιγόλογοι λιγόλογων λιγόλογους λιγόλογοι | οι των τις – | λιγόλογες λιγόλογων λιγόλογες λιγόλογες | τα των τα – | λιγόλογα λιγόλογων λιγόλογα λιγόλογα |
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λιγόλογος < λιγο- + λόγ(ος) + -ος : λόγια επίδραση κατά το ολίγος.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
λιγοθυμία, λιγοθυμώ, λιγομίλητος -η -ο, λίγος -η -ο, λιγόστεμα, λιγοστεύω, λιγοστός -ή -ό, λιγόφαγος -η -ο, λιγοψυχιά, λιγόψυχος -η -ο, λιγοψυχώ, ολιγόζωος -η -ο, ολιγοήμερος -η -ο
αναξιόλογος -η -ο, αξιόλογος -η -ο, γενικόλογος -η -ο, έλλογος -η -ο, ετοιμόλογος -η -ο, εύλογος -η -ο, παράλογος -η -ο, πολύλογος -η -ο, υπόλογος -η -ο
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Πάντα νηφάλιος, λιγόλογος και ακριβοδίκαιος. Ποτέ δεν καταχράστηκε τη δύναμη που διέθετε. (Πηγή: https://www.lifo.gr)
- Η Άννα μας είναι εσωστρεφές παιδί, ήταν πάντα λιγόλογη και όχι τόσο διαχυτική. (Πηγή: https://makeawish.gr)
- Λιγόλογα και ξεκάθαρα, δίνει όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς της και καθορίζει το σκοπό τη (Πηγή: https://doxesdespotatou.com)
- Έχω παρατηρήσει ότι όσο πιο μικρά είναι τα παιδιά τόσο πιο λιγόλογες είναι οι προτάσεις που εκφέρουν, για να μην πω μονολεκτικές. (Πηγή: https://users.sch.gr)
- Πολύ χαρακτηριστικό είναι και το λιγόλογο μοιρολόι που και σήμερα ακούγεται στη Μάνη πολύ συχνά (Πηγή: http://www.mani.org.gr)
- Οι ρωμιοραφτάδες ήτανε ντυμένοι με σαλβάρια, κι ήτανε γνωστικοί, ταπεινοί, χριστιανοί, λιγόλογοι και σιγομίλητοι σαν πνεματικοί, νιοι και γέροι. (Πηγή: https://slang.fandom.com)
- Για να τραβήξει το ενδιαφέρον των μέτριων μαθητών ή των λιγόλογων και δειλών (Πηγή: https://ediamme.edc.uoc.gr)
- Το μεγαλείο της ποιητικής και φιλοσοφικής προσέγγισης του ακριβολόγου και λιγόλογου ποιητή,(Πηγή: https://www.makthes.gr)
- Αν και δεν γνώριζα καλά την αξία της λιγόλογης κριτικής του, βλέπω ότι εκείνος γνώριζε τι έλεγε. (Πηγή: https://www.larissanet.gr)
- Ναι, λιγολογε Σπαρτιατη. Αυτο ετοιμαζομαι να σας αναπτυξω (Πλάτων Νόμοι Επινομίς) (Πηγή: https://pdfcoffee.com)


Αφήστε μια απάντηση