[lekázo]
Συχνότητα Εμφάνισης ανά έτος ⤵️
πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας
λεκιάζω (λέκιασα), λεκιάζομαι (λεκιάστηκα, λεκιασμένος)
1. όταν λεκιάζουμε κάτι, το γεμίζουμε με λεκέδες.
2. λεκιάζει (3ο πρόσωπο) : όταν κάτι λεκιάζει, γεμίζει με λεκέδες.
3. όταν λεκιάζουμε κάποιον, κηλιδώνουμε την τιμή, την υπόληψή του. (μεταφορική σημασία)
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
λερώνω
λερώνεται
αμαυρώνω, κηλιδώνω, σπιλώνω
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Οριστική Υποτακτική Προστακτική Ενεστώτας λεκιάζω λεκιάζεις λεκιάζει λεκιάζουμε ή λεκιάζομε λεκιάζετε λεκιάζουν (ε) να λεκιάζω να λεκιάζεις να λεκιάζει να λεκιάζουμε να λεκιάζετε να λεκιάζουν (ε) λέκιαζε λεκιάζετε Μετοχή ενεστώτα λεκιάζοντας Παρατατικός λέκιαζα λέκιαζες λέκιαζε λεκιάζαμε λεκιάζατε λέκιαζαν Εξακολουθητικός Μέλλοντας θα λεκιάζω θα λεκιάζεις θα λεκιάζει θα λεκιάζουμε θα λεκιάζετε θα λεκιάζουν (ε) Αόριστος λέκιασα λέκιασες λέκιασε λεκιάσαμε λεκιάσατε λέκιασαν να λεκιάσω να λεκιάσεις να λεκιάσει να λεκιάσουμε να λεκιάσετε να λεκιάσουν (ε) λέκιασε λεκιάστε Απαρέμφατο αορίστου: λεκιάσει Συνοπτικός Μέλλοντας θα λεκιάσω θα λεκιάσεις θα λεκιάσει θα λεκιάσουμε θα λεκιάσετε θα λεκιάσουν (ε) Παρακείμενος έχω λεκιάσει έχεις λεκιάσει έχει λεκιάσει έχουμε λεκιάσει έχετε λεκιάσει έχουν λεκιάσει να έχω λεκιάσει να έχεις λεκιάσει να έχει λεκιάσει να έχουμε λεκιάσει να έχετε λεκιάσει να έχουν λεκιάσει Υπερσυντέλικος είχα λεκιάσει είχες λεκιάσει είχε λεκιάσει είχαμε λεκιάσει είχατε λεκιάσει είχαν λεκιάσει Συντελεσμένος Μέλλοντας θα έχω λεκιάσει θα έχεις λεκιάσει θα έχει λεκιάσει θα έχουμε λεκιάσει θα έχετε λεκιάσει θα έχουν λεκιάσει
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Οριστική Υποτακτική Προστακτική Ενεστώτας λεκιάζομαι λεκιάζεσαι λεκιάζεται λεκιαζόμαστε λεκιάζεστε λεκιάζονται να λεκιάζομαι να λεκιάζεσαι να λεκιάζεται να λεκιάζόμαστε να λεκιάζεστε να λεκιάζονται (λεκιάζου ) (λεκιάζεστε ) Παρατατικός λεκιαζόμουν (α) λεκιαζόσουν (α) λεκιαζόταν (ε) λεκιαζόμασταν λεκιαζόσασταν λεκιάζονταν Εξακολουθητικός Μέλλοντας θα λεκιάζομαι θα λεκιάζεσαι θα λεκιάζεται θα λεκιαζόμαστε θα λεκιάζεστε θα λεκιάζονται Αόριστος λεκιάστηκα λεκιάστηκες λεκιάστηκε λεκιαστήκαμε λεκιαστήκατε λεκιάστηκαν να λεκιαστώ να λεκιαστείς να λεκιαστεί να λεκιαστούμε να λεκιαστείτε να λεκιαστούν λεκιάσου λεκιαστείτε Απαρέμφατο αορίστου: λεκιαστεί Συνοπτικός Μέλλοντας θα λεκιαστώ θα λεκιαστείς θα λεκιαστεί θα λεκιαστούμε θα λεκιαστείτε θα λεκιαστούν Παρακείμενος έχω λεκιαστεί έχεις λεκιαστεί έχει λεκιαστεί έχουμε λεκιαστεί έχετε λεκιαστεί έχουν λεκιαστεί να έχω λεκιαστεί να έχεις λεκιαστεί να έχει λεκιαστεί να έχουμε λεκιαστεί να έχετε λεκιαστεί να έχουν λεκιαστεί Μετοχή παρακειμένου: λεκιασμένος, η, ο Υπερσυντέλικος είχα λεκιαστεί είχες λεκιαστεί είχε λεκιαστεί είχαμε λεκιαστεί είχατε λεκιαστεί είχαν λεκιαστεί Συντελεσμένος Μέλλοντας θα έχω λεκιαστεί θα έχεις λεκιαστεί θα έχει λεκιαστεί θα έχουμε λεκιαστεί θα έχετε λεκιαστεί θα έχουν λεκιαστεί
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
[λεκ(ές) -ιάζω]
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
αλέκιαστος -η -ο, λέκιασμα, ξελεκιάζω -ομαι
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Ο μαύρος καφές μπορεί να «λεκιάσει» πιο έντονα τα δόντια σας. (Πηγή : https://www.vita.gr/ )
Το γένος Imperator διαθέτει σάρκα και επιφάνεια που λεκιάζει παίρνοντας έντονα γαλάζιο χρώμα. (Πηγή : https://pafospress.com/ )
Πάντως, αρκετοί χρήστες προειδοποιούν ότι το μαύρο παγωτό… λεκιάζει τα δόντια. (Πηγή : https://www.sport-fm.gr/ )
Έχει βρέξει και οι σταγόνες έχουν λεκιάσει το ολόχρυσο άγαλμα της Μαρίας Κάλλας. (Πηγή : https://www.lifo.gr/ )
Και όλοι, μα όλοι θέλουν να βάλουν στο νηπιακό σταθμό ή στο σχολείο, το ίδιο βρώμικο πουλοβεράκι που έχει λεκιάσει , γυαλίσει, ξεχειλώσει, και που δεν το αποχωρίζονται από την αρχή της χρονιάς! (Πηγή : https://www.themamagers.gr/ )
Αφήστε μια απάντηση