![]()
λείπω (έλειψα)
1. όταν κάποιος ή κάτι λείπει από κάπου, δε βρίσκεται εκεί που πρέπει ή που περιμένουμε να βρίσκεται.
2. λείπει (3ο πρόσωπο) :
α. όταν λείπει κάτι, χάνεται, δεν υπάρχει πια, για κάτι που δεν υπάρχει κάπου, ενώ κανονικά θα έπρεπε, ή υπήρχε πριν.
β. όταν λείπει σε κάποιον ή από κάποιον κάτι, έχει λιγότερο από όσο χρειάζεται, είναι λειψός.
3. μου λείπει (3ο πρόσωπο)
α. όταν κάτι μας λείπει, νιώθουμε άσχημα που το στερούμαστε, που δεν το έχουμε αν και το επιθυμούμε, που δεν το έχουμε αν και το χρειαζόμαστε ή που δεν το έχουμε αν και το έχουμε ανάγκη.
β. όταν κάτι μας λείπει, δεν έχουμε κάτι που θα έπρεπε (μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό).
γ. όταν κάποιος μας λείπει νιώθουμε άσχημα που δε βρίσκεται κοντά μας, που απουσιάζει.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
1α. απουσιάζω, είμαι απών, δεν παρευρίσκομαι κάπου
1β. βρίσκομαι μακριά από την πατρίδα μου ή από τον τόπο διαμονής μου
2α. χάνομαι, καταργούμαι, εξαφανίζομαι
2β. στερούμαι, χρειάζομαι
2γ. χάνω
3. νοσταλγώ
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
1. παρευρίσκομαι, παρίσταμαι, παρών
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • λίγο έλειψε να… | = σχεδόν, παραλίγο |
| • να λείπει το βύσσινο | = έκφραση άρνησης, απόρριψης πρότασης ή κατάστασης |
| • ας (μου / σου / του κτλ.) λείπει | = καλύτερα να μην υπήρχε, να μη γινόταν |
| • να (σου) λείπουν (αυτά) | = (συχνά με αυστηρό ύφος) προτροπή σε κάποιον που λέει ή κάνει κάτι ενοχλητικό |
| • αυτός / αυτό μας έλειπε (τώρα)! | = για πρόσωπο ή για πράγμα ανεπιθύμητο που επιτείνει την ήδη υπάρχουσα δυσφορία ή δυσάρεστη κατάσταση. |
| • δεν λείπει (κάτι) | = υπάρχει σε αρκετό βαθμό |
| • του λείπει το μυαλό | = δεν έχει μυαλό, είναι βλάκας. |
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
| • Λείπει ο Mάρτης απ΄ τη σαρακοστή; | = λέγεται γι’ αυτούς που παρευρίσκονται παντού και πάντα |
| • Όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια. | = λέγεται γι’ αυτούς που ενεργούν άφοβα όση ώρα απουσιάζει εκείνος που τούς ελέγχει. |
| • Όλα τα ΄χει η Mαριορή, ο φερετζές τής λείπει. • Όλα τα ΄χε η Mαριορή, ο φερετζές τής έλειπε. | = λέγεται γι’ αυτούς που ζητούν τα περιττά, ενώ στερούνται τα στοιχειώδη |
| • Ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει. | = λέγεται για περιττή ή ανώφελη επανάληψη εργασίας ή διαδικασίας. |
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Παθητική φωνή δεν έχει.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λείπω < αρχαία ελληνικά : λείπω
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
απολείπω, διαλείπων -ουσα -ον, εγκαταλείπω -ομαι, εγκαταλελειμμένος -η -ο , εκλείπω, εκλιπών -ούσα -όν, ελλείπω, ελλείπων -ουσα -ον , καταλείπω -ομαι, λιπανάβατος -η -ο , παραλείπω -ομαι
λειψ- : ατονημένο ρηματικό α’ συνθετικό με λόγια προέλευση : (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Δηλώνει την έλλειψη, απουσία, στέρηση αυτού που εκφράζει το β’ συνθετικό.
λειψανδρία, λειψυδρία
λιπο- & λιπό- & λιπ- : ρηματικό α’ συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετες λέξεις : (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
1. (σε σύνθετα επίθετα και τα παράγωγά τους) δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από την έλλειψη, απουσία αυτού που εκφράζει το β’ συνθετικό:
λιποβαρής -ής -ές, λιπόσαρκος, λιπόψυχος· λιποθυμία, λιποψυχία.
2. χαρακτηρίζει το πρόσωπο που εγκαταλείπει αυτό που συνεπάγεται το β’ συνθετικό:
λιποναύτης, λιποτάκτης, λιπένορκος.
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
1. όταν κάποιος ή κάτι λείπει από κάπου, δε βρίσκεται εκεί που πρέπει ή που περιμένουμε να βρίσκεται.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία ζώνη από την οποία λειπει απολύτως η δημοκρατία. (Πηγή : https://mera25.gr/ )
- Είναι το φρούτο που τους καλοκαιρινούς μήνες δεν λείπει από την ελληνική διατροφή και κυρίως από τη σαλάτα. (Πηγή : https://www.tlife.gr/ )
- Πρόστιμο 400 ευρώ αν λείπει αυτή η «κάρτα» από το αυτοκίνητο. (Πηγή : https://www.fonitisxanthis.gr/ )
- Από την αρχή έλειπε μία ή δύο φορές την εβδομάδα επειδή αρρώσταιναν τα παιδιά της. Εξηγήσαμε ότι, όσο και αν καταλαβαίνουμε την κατάσταση, είμαστε επιχείρηση και πρέπει να δουλεύουμε. (Πηγή : https://www.enikos.gr/ )
- Ναρκοθετημένη φέτος πορεία πληρωμών, μισή ντουζίνα εγκυκλίων και εφαρμοστικών λείπει ώστε να τρέξει το ΟΣΔΕ. (Πηγή : https://www.agronews.gr/ )
- Γιατί λείπει η τέχνη από την εθνική προσπάθεια κατά του μπούλινγκ; (Πηγή : https://www.kathimerini.gr/ )
- Μπορείτε να βρείτε ποιος αριθμός λείπει σε 31 δευτερόλεπτα; (Πηγή : https://www.enikos.gr/
- Ο Daniel Ricciardo θα λείψει από τα πρώτα ελεύθερα δοκιμαστικά του GP Iαπωνίας. (Πηγή : https://www.4troxoi.gr/ )
- Όμως από το ηχητικό που έσπευσαν κάποιοι να διαρρεύσουν τις πρώτες ώρες απ’ την τραγωδία λείπει η επίμαχη αναφορά στο όνομα «Σωτήρης». (Πηγή : https://www.efsyn.gr/
- Όποιος και να είναι, όποιος και να λείπει, πρέπει να παίζουμε το ίδιο μπάσκετ. (Πηγή : https://www.ertsports.gr/ )
2α. όταν λείπει κάτι, χάνεται, δεν υπάρχει πια, για κάτι που δεν υπάρχει κάπου, ενώ κανονικά θα έπρεπε, ή υπήρχε πριν.
- Yπό πίεση ο κλάδος βιοαερίου, λείπει α’ ύλη, και οι μονάδες αλλάζουν χέρια. (Πηγή : https://www.agronews.gr/)
- Επτά χρόνια τώρα που λείπει η μάνα μου, δεν είχα μπει ούτε καν σε θέατρο. (Πηγή : https://www.protothema.gr/)
- Η προσέγγισή του λείπει από την τηλεόραση και γι’ αυτό γίνεται τόσο μεγάλη συζήτηση για την επιστροφή του. (Πηγή : https://www.newsbeast.gr/ )
2β. όταν λείπει σε κάποιον ή από κάποιον κάτι, έχει λιγότερο από όσο χρειάζεται, είναι λειψός.
- Τα τρεξίματά του είναι ένα στοιχείο που λείπει πολύ από τον Παναθηναϊκό και θα βοηθήσουν πολύ την ομάδα. (Πηγή : https://www.skai.gr/)
- Ο Σεβασμιώτατος, που υπεραγαπά τα παιδιά και τους νέους, καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ούτε η πνευματική, ούτε η υλική τροφή. (Πηγή : https://www.romfea.gr/ )
- Εγώ δεν έχω κάποιο μετάλλιο με την εθνική ομάδα και είναι κάτι που λείπει από το παλμαρέ μου και θα δώσω τα πάντα για να βοηθήσω κι εγώ την προσπάθεια της εθνικής ομάδας. (Πηγή : https://newpost.gr/ )
- ΕΧΑΕ: Η μετοχή που δεν πρέπει να λείπει από κανένα χαρτοφυλάκιο. (Πηγή : https://www.capital.gr/)
- Τι δεν πρέπει να λείπει από το βιογραφικό σας, σύμφωνα με «κυνηγό» ταλέντων. (Πηγή : https://www.moneyreview.gr/ )
3α. όταν κάτι μας λείπει, νιώθουμε άσχημα που το στερούμαστε, που δεν το έχουμε αν και το επιθυμούμε, που δεν το έχουμε αν και το χρειαζόμαστε ή που δεν το έχουμε αν και το έχουμε ανάγκη.
- Μου λείπει η τηλεόραση και τη νοσταλγώ. (Πηγή : https://www.newsit.gr/ (
- Αν ήξερε πόσο μου λείπει ή πόσο τον αγαπάω ,θα είχε γυρίσει σίγουρα ξανά στην Αθήνα μόνιμα. (Πηγή : https://www.instyle.gr/)
- Τα νέα μαγειρεία της Αθήνας μαγειρεύουν το φαγητό που μας λείπει. (Πηγή : https://www.gastronomos.gr/ )
3β. όταν κάτι μας λείπει, δεν έχουμε κάτι που θα έπρεπε (μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό).
- Με τη μεγάλη νίκη της στο κατάμεστο ΣΕΦ με 80-69 επί της Κροατίας, η «γαλανόλευκη» […] θα βρεθεί στη Γαλλία την ερχόμενη εβδομάδα για να διεκδικήσει το μόνο μετάλλιο που της λείπει από την πλούσια συλλογή της. (Πηγή : https://www.kathimerini.gr/ )
- Το Euro είναι το μόνο που μου λείπει με την εθνική, αφού έχω πετύχει τα πάντα. (Πηγή : https://www.sport24.gr/ )
- Εν ολίγοις τα ταλέντα υπάρχουν, η πρόθεση από την πολιτεία υπάρχει, η βιομηχανία μας λείπει, αλλά κι αυτό ακόμη είναι κάτι που μπορεί να αντιμετωπιστεί. (Πηγή : https://www.kathimerini.gr/)
- Τι σας λείπει από την Αθήνα; (Πηγή : https://www.kathimerini.gr/)
- Αφού το Bitcoin έχει τόσα πλεονεκτήματα, όπως ότι είναι πιο σπάνιο, γιατί δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον χρυσό; Τι του λείπει; (Πηγή : https://www.euro2day.gr/ )
3γ. όταν κάποιος μας λείπει νιώθουμε άσχημα που δε βρίσκεται κοντά μας, που απουσιάζει.
- Μου λείπει ο Μίχαελ του τότε. Η ζωή είναι άδικη κάποιες φορές. (Πηγή : https://www.newsauto.gr/)
- «Θα μας λείψει» ήταν τα πρώτα λόγια, η πρώτη αντίδραση του Γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς για τον θάνατο του Φραντς Μπεκενμπάουερ. (Πηγή : https://www.dw.com/ )
- Θα μας λείψει η αβίαστη ευγένεια και το τακτ που χαρακτήριζε αυτόν τον σπουδαίο ηθοποιό και άνθρωπο του πνεύματος. (Πηγή : https://www.protothema.gr/ )
- Ήταν ένας λαμπρός επιστήμονας που θα μας λείψει πολύ. (Πηγή : https://www.skai.gr/ )
ΣΧΟΛΙΑ
λείπει
Γ’ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος “λείπω“
η λύπη
θηλυκό ουσιαστικό
Το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
λύπη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύπη
τα λίπη
ουδέτερο ουσιαστικό
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικού “λίπος” (=το πάχος, κάθε λιπαρή ουσία)
λίπος < αρχαία ελληνική λίπος, ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική graisse και αγγλική fat)
λυπεί
[τονικό παρώνυμο : λείπει – λυπεί]
Γ’ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος “λυπώ” (= προξενώ σε κάποιον λύπη).
λυπώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λυπῶ, συνηρημένος τύπος του λυπέω



Αφήστε μια απάντηση