λατινικά

Loading

[latiniká] 

1. τα λατινικά είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι Λατίνοι, δηλαδή οι αρχαίοι Ρωμαίοι.

2. τα λατινικά είναι το μάθημα που διδάσκεται στο σχολείο για να μάθουν οι μαθητές τη λατινική γλώσσα.


Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
τα
των
τα
λατινικά
λατινικών
λατινικά
λατινικά

Το ουσιαστικό «λατινικά» είναι άκλιτο στον ενικό αριθμό και χρησιμοποιείται αποκλειστικά στον πληθυντικό.

λατινικούρα : (περιπαικτικά) εξεζητημένη λατινική λέξη ή έκφραση ή χρήση της λατινικής γλώσσας.


Λόγιο δάνειο από τα ελληνιστικά : λατινικός, που στη μεσαιωνική λατινική χρησιμοποιήθηκε ως μετάφραση του γερμανικού Mittellatein (μεσαιωνικά λατινικά).

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


λατινικός -ή -ό, λατινικούρα, νεολατινικός -ή -ό, υστερολατινικός -ή -ό


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • στα Λατινικά, μάθημα προσανατολισμού, διαγωνίστηκαν σήμερα οι οι απόφοιτοι των ΓΕΛ, που συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις (Πηγή: https://www.naftemporiki.gr)
  • Όσο κι αν τα Αρχαία και τα Λατινικά θεωρούνται άχρηστες γνώσεις, είναι απαραίτητη βάση για τους σπουδαστές της Ελληνικής Φιλολογίας, (Πηγή: https://www.esos.gr)
  • Όλα αυτά τα χρόνια, τα Λατινικά́ ήταν η (γραπτή́ και προφορική) γλώσσα των πανεπιστημίων, των δικαστηρίων, των μοναστηριών και της πνευματικής ζωής (Πηγή: https://www.in.gr/)
  • Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα Λατινικά, ως μάθημα κλασικής παιδείας, κατείχαν βασική θέση στο Πρόγραμμα Σπουδών της Μέσης Εκπαίδευσης, στις διάφορες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 20ού αιώνα που ίσχυσαν έως το 1982. (Πηγή: https://www.kathimerini.gr)
  • Αν για άλλα μαθήματα η αποστήθιση γίνεται μια βολική και ασφαλής συνθήκη, στα Λατινικά γίνεται μια συνθήκη απαραίτητη. (Πηγή: https://www.oneman.gr)
  • Σε μία εποχή κατά την οποία η διδασκαλία των λατινικών στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση είχε προσωρινά καταργηθεί, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το σύγγραμμα Wheelock’s Latin (Πηγή: https://diastixo.gr)
  • Έτσι μάθαιναν λατινικά οι Έλληνες μαθητές στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Πηγή: https://www.in.gr)
  • Οι 20 λατινικές φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά ακόμη και σήμερα (Πηγή: https://www.iefimerida.gr)
  • Τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά είναι το πνευματικό θεμέλιο της Ευρώπης (Πηγή: https://ardin-rixi.gr)
  • Αρχαία ελληνικά και λατινικά στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO; (Πηγή: https://parallaximag.gr)

λατινικός -ή -ό (επίθετο)

Το επίθετο «λατινικός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει οτιδήποτε σχετίζεται με τη λατινική γλώσσα, τους Λατίνους ή τον πολιτισμό τους. Συχνά συνοδεύει ουσιαστικά που αναφέρονται στη γλώσσα (π.χ. λατινική γλώσσα), στη γραμματική (π.χ. λατινική γραμματική) ή σε πολιτισμικά στοιχεία (π.χ. λατινική γραμματεία).

Χρησιμοποιείται πάντα ως επίθετο και χρειάζεται ένα ουσιαστικό για να αποδώσει νόημα. Δεν μπορεί να σταθεί μόνο του χωρίς το ουσιαστικό που προσδιορίζει.

τα λατινικά (ουσιαστικό)

Το ουσιαστικό «λατινικά» αναφέρεται στη λατινική γλώσσα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της μελέτης ή της διδασκαλίας της. Χρησιμοποιείται στον πληθυντικό αριθμό και δεν έχει ενικό. Αναφέρεται επίσης στο σχολικό μάθημα της λατινικής γλώσσας.

Ενώ το επίθετο «λατινικός» προσδιορίζει κάτι, το ουσιαστικό «λατινικά» αναφέρεται στην ίδια τη γλώσσα ως αντικείμενο.

 λατινικά (επίρρημα )

Το επίρρημα «λατινικά» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάτι, συγκεκριμένα με τη χρήση της λατινικής γλώσσας.

Σε αντίθεση με το επίθετο και το ουσιαστικό, το επίρρημα «λατινικά» περιγράφει το πώς γίνεται κάτι (με χρήση της λατινικής γλώσσας) και όχι την ίδια τη γλώσσα ή τον πολιτισμό.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT