λαίμαργα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)

Loading

[lemarja] 

1. όταν κάποιος τρώει λαίμαργα, τρώει πολύ και γρήγορα

2. όταν κάνουμε κάτι λαίμαργα, το κάνουμε με μεγάλη όρεξη



λαίμαργα < λαίμαργος

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


λαιμαργία, λαίμαργος -η -ο


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Όταν τους σερβίρουν στο τραπέζι μια μεγάλη πιατέλα με λαχταριστή σαλτσάτη μακαρονάδα, πέφτουν λαίμαργα να την απολαύσουν, (πηγή: https://cantina.protothema.gr)
  • ενα είδος μεγάλης και φαρμακερής αράχνης που τρώει λαίμαργα τα θύματά της (πηγή: https://defensegr.wordpress.com)
  • Η προετοιμασία που κάνει κάθε ζώο πριν πέσει σε χειμερία νάρκη, είναι να αρχίσει να τρώει λαίμαργα κατά τη διάρκεια όλης της μέρας, κατά τις θερινές περιόδους. (πηγή: https://www.planitikos.gr)
  • ..ρουφάει λαίμαργα μια γουλιά από το αγαπημένο του ουίσκι, η βαριά ξύλινη πόρτα κλείνει…(πηγή: https://www.protothema.gr)
  • …θα βουτήξουν στις σελίδες ενός βιβλίου, εισπνέοντας λαίμαργα τη χαρακτηριστική μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού, μπλεγμένη με τη θαλασσινή αύρα. (πηγή: https://www.enandro.g)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT