![]()
λαθεύω (λάθεψα)
λαθεύουμε όταν δεν υπολογίζουμε κάτι σωστά και κάνουμε λάθος
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
σφάλλω, αστοχώ, πέφτω έξω
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | |
| Ενεστώτας | λαθεύω λαθεύεις λαθεύει λαθεύουμε ή λαθεύομε λαθεύετε λαθεύουν(ε) | να λαθεύω να λαθεύεις να λαθεύει να λαθεύουμε να λαθεύετε να λαθεύουν(ε) | λάθευε λαθεύετε |
| Μετοχή ενεστώτα | λαθεύοντας | ||
| Παρατατικός | λάθευα λάθευες λάθευε λαθεύαμε λαθεύατε λάθευαν | ||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λαθεύω θα λαθεύεις θα λαθεύει θα λαθεύουμε θα λαθεύετε θα λαθεύουν(ε) | ||
| Αόριστος | λάθεψα λάθεψες λάθεψε λαθέψαμε λαθέψατε λάθεψαν | να λαθέψω να λαθέψεις να λαθέψει να λαθέψουμε να λαθέψετε να λαθέψουν (ε) | λάθεψε λαθέψτε |
| Απαρέμφατο αορίστου: | λαθέψει | ||
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λαθέψω θα λαθέψεις θα λαθέψει θα λαθέψουμε θα λαθέψετε θα λαθέψουν (ε) | ||
| Παρακείμενος | έχω λαθέψει έχεις λαθέψει έχει λαθέψει έχουμε λαθέψει έχετε λαθέψει έχουν λαθέψει | να έχω λαθέψει να έχεις λαθέψει να έχει λαθέψει να έχουμε λαθέψει να έχετε λαθέψει να έχουν λαθέψει | |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαθέψει είχες λαθέψει είχε λαθέψει είχαμε λαθέψει είχατε λαθέψει είχαν λαθέψει | ||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λαθέψει θα έχεις λαθέψει θα έχει λαθέψει θα έχουμε λαθέψει θα έχετε λαθέψει θα έχουν λαθέψει | ||
Παθητική φωνή δεν έχει.
Μετοχή Παθητικού Παρακειμένου : λαθεμένος, λαθεμένη, λαθεμένο
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λαθεύω < μεσαιωνική ελληνική : *λαθεύω < λάθ(ος) -εύω
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
αλάθευτος -η -ο, αλάθευτα, αλάθητος -η -ο, αλάθητα, λάθεμα
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ρήμα αμετάβατο
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Ο Παναθηναϊκός έμπλεξε και ο Τερίμ λάθεψε. (πηγή: https://www.sportime.gr/, 24.01.2024)
- 1-1, ο VAR βλέπει πέναλτι στην ανατροπή του Χάτζι και ο Ρ. Μάριν δεν λαθεύει από την άσπρη βούλα. (πηγή: https://paopantou.gr/, 26.06.2024)
- Στο 95′, μετά από φάση διαρκείας, το σουτ του Μάνταλου κόντραρε στον Μαζικού, με την μπάλα να καταλήγει δίπλα, στον Τσούμπερ, ο οποίος από κοντά δεν λάθεψε, κάνοντας το 3-1 για την «Ένωση», που ήταν και το τελικό σκορ. (πηγή: https://www.sport-fm.gr/, 09.04.2024)
- Ο διαιτητής διέταξε επανάληψη κρίνοντας πως ο Μαροκινός είχε βγει από τη γραμμή της εστίας του και ο Χάαλαντ δεν λάθεψε ξανά. (πηγή: https://www.sport-fm.gr/, 10.03.2021)
- Δεν λάθεψαν και κατακρεούργησαν το ΤΕΙ Μεσολογγίου το 2013. Δεν λαθεύουν και διαλύουν συνεχώς το Νοσοκομείο Μεσολογγίου. Δεν λάθεψαν ούτε τώρα για το Πρωτοδικείο. Τώρα είναι η σειρά μας να μη λαθέψουμε στις κάλπες της 9ης Ιουνίου και σε όλες τις κάλπες που έρχονται. (πηγή: https://www.aixmi-news.gr, 02.05.2024)
- Κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση σε σχέση με το διαλεκτικό λεξιλόγιο των κρητικών, αν και μπορεί να λαθεύω, είναι πως (μου φαίνεται ότι) έχουν πολλά επιρρήματα που διαφέρουν από την κοινή ελληνική. (πηγή: https://maleviziotis.gr/, 05.05.2021)
- Τον Μουστάκη τον είδα πρώτη φορά στην πρώτη παράσταση που πήγα στη ζωή μου ως ενήλικος, στον Φαέθωνα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, αν δε λαθεύω, κάπου το 2015. (πηγή: https://www.provocateur.gr/, 05.05.2021)
- Νομίζω και δεν λαθεύω ότι η επανάσταση για το αυτονόητο τελικά είναι στόχος υπέρτερος και απέχει σε σημασία από όλους τους υπόλοιπους. (πηγή: https://www.symmetexo.gr/)
ΣΧΟΛΙΑ
Τα ρήματα “λαθεύω” και “λανθάνω” στη νέα ελληνική έχουν διαφορετικές σημασίες και χρήσεις, παρά τη φαινομενική τους ομοιότητα. Ας δούμε τις λεπτομέρειες για κάθε ρήμα και τις κύριες διαφορές τους:
λανθάνω
Το ρήμα “λανθάνω” έχει τη σημασία του “διαφεύγω της προσοχής” ή “κρύβομαι χωρίς να γίνομαι αντιληπτός” ή “δεν εκδηλώνομαι φανερά”.
διαφεύγω την προσοχή, δεν γίνομαι αντιληπτός

λαθεύω
Το ρήμα “λαθεύω” χρησιμοποιείται για να δηλώσει την έννοια του “κάνω λάθος” ή “σφάλλω”.
αστοχώ, σφάλλω


Αφήστε μια απάντηση