![]()
[laδóno]
λαδώνω (λάδωσα), λαδώνομαι (λαδώθηκα, λαδωμένος)
1. λαδώνουμε κάτι όταν το αλείφουμε με λάδι ή με άλλη λιπαρή ουσία
2. λαδώνουμε κάτι όταν το λερώνουμε με λάδι ή με άλλη λιπαρή ουσία
3. λέμε ότι λαδώνουμε κάποιον όταν του δίνουμε χρήματα ή δώρα για να μας βοηθήσει να κάνουμε κάτι παράνομο
(Ύφος : ανεπίσημο)
4. λαδώνουμε ένα μωρό όταν το αλείφουμε με άγιο μύρο αμέσως μετά τη βάφτιση
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
2. λεκιάζω
3. δωροδοκώ, χρηματίζω
4. βαπτίζω
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • λαδώνω τ’ άντερό μου | = χορταίνω φαΐ, βελτιώνω την κατάστασή μου ύστερα από μια περίοδο φτώχειας, ανέχειας, πείνας |
| • λαδώνουν (για τα μαλλιά) | = α. για μαλλιά λιπαρά και άλουστα. β. για μαλλιά που γυαλίζουν από τη χρήση ειδικών καλλυντικών |
| • λαδωμένος ποντικός | = για κάποιον που έχει στα μαλλιά, στα ρούχα ή στο σώμα του πολύ λάδι |
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | |
| Ενεστώτας | λαδώνω λαδώνεις λαδώνει λαδώνουμε ή λαδώνομε λαδώνετε λαδώνουν(ε) | να λαδώνω να λαδώνεις να λαδώνει να λαδώνουμε να λαδώνετε να λαδώνουν(ε) | λάδωνε λαδώνετε |
| Μετοχή ενεστώτα | λαδώνοντας | ||
| Παρατατικός | λάδωνα λάδωνες λάδωνε λαδώναμε λαδώνατε λάδωναν | ||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λαδώνω θα λαδώνεις θα λαδώνει θα λαδώνουμε θα λαδώνετε θα λαδώνουν(ε) | ||
| Αόριστος | λάδωσα λάδωσες λάδωσε λαδώσαμε λαδώσατε λάδωσαν | να λαδώσω να λαδώσεις να λαδώσει να λαδώσουμε να λαδώσετε να λαδώσουν (ε) | λάδωσε λαδώστε |
| Απαρέμφατο αορίστου: | λαδώσει | ||
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λαδώσω θα λαδώσεις θα λαδώσει θα λαδώσουμε θα λαδώσετε θα λαδώσουν (ε) | ||
| Παρακείμενος | έχω λαδώσει έχεις λαδώσει έχει λαδώσει έχουμε λαδώσει έχετε λαδώσει έχουν λαδώσει | να έχω λαδώσει να έχεις λαδώσει να έχει λαδώσει να έχουμε λαδώσει να έχετε λαδώσει να έχουν λαδώσει | |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαδώσει είχες λαδώσει είχε λαδώσει είχαμε λαδώσει είχατε λαδώσει είχαν λαδώσει | ||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λαδώσει θα έχεις λαδώσει θα έχει λαδώσει θα έχουμε λαδώσει θα έχετε λαδώσει θα έχουν λαδώσει | ||
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | |
| Ενεστώτας | λαδώνομαι λαδώνεσαι λαδώνεται λαδωνόμαστε λαδώνεστε λαδώνονται | να λαδώνομαι να λαδώνεσαι να λαδώνεται να λαδώνόμαστε να λαδώνεστε να λαδώνονται | (λαδώνου) (λαδώνεστε) |
| Παρατατικός | λαδωνόμουν λαδωνόσουν λαδωνόταν λαδωνόμασταν λαδωνόσασταν λαδώνονταν | ||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λαδώνομαι θα λαδώνεσαι θα λαδώνεται θα λαδωνόμαστε θα λαδώνεστε θα λαδώνονται | ||
| Αόριστος | λαδώθηκα λαδώθηκες λαδώθηκε λαδωθήκαμε λαδωθήκατε λαδώθηκαν | να λαδωθώ να λαδωθείς να λαδωθεί να λαδωθούμε να λαδωθείτε να λαδωθούν | λαδώσου λαδωθείτε |
| Απαρέμφατο αορίστου: | λαδωθεί | ||
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λαδωθώ θα λαδωθείς θα λαδωθεί θα λαδωθούμε θα λαδωθείτε θα λαδωθούν | ||
| Παρακείμενος | έχω λαδωθεί έχεις λαδωθεί έχει λαδωθεί έχουμε λαδωθεί έχετε λαδωθεί έχουν λαδωθεί ή είμαι λαδωμένος, η, ο είσαι λαδωμένος, η, ο είναι λαδωμένος, η, ο είμαστε λαδωμένοι, ες, α είστε λαδωμένοι, ες, α, είναι λαδωμένοι, ες, α | να έχω λαδωθεί να έχεις λαδωθεί να έχει λαδωθεί να έχουμε λαδωθεί να έχετε λαδωθεί να έχουν λαδωθεί ή να είμαι λαδωμένος, η, ο να είσαι λαδωμένος, η, ο να είναι λαδωμένος, η, ο να είμαστε λαδωμένοι, ες, α να είστε λαδωμένοι, ες, α, να είναι λαδωμένοι, ες, α | |
| Μετοχή παρακειμένου: | λαδωμένος, η, ο | ||
| Υπερσυντέλικος | είχα λαδωθεί είχες λαδωθεί είχε λαδωθεί είχαμε λαδωθεί είχατε λαδωθεί είχαν λαδωθεί ή ήμουν λαδωμένος, η, ο ήσουν λαδωμένος, η, ο ήταν λαδωμένος, η, ο ήμασταν λαδωμένοι, ες, α ήσασταν λαδωμένοι, ες, α ήταν λαδωμένοι, ες, α | ||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λαδωθεί θα έχεις λαδωθεί θα έχει λαδωθεί θα έχουμε λαδωθεί θα έχετε λαδωθεί θα έχουν λαδωθεί ή θα είμαι λαδωμένος, η, ο θα είσαι λαδωμένος, η, ο θα είναι λαδωμένος, η, ο θα είμαστε λαδωμένοι, ες, α θα είστε λαδωμένοι, ες, α θα είναι λαδωμένοι, ες, α | ||
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λαδώνω < μεσαιωνική ελληνική : λαδώνω < λάδ(ι) + [-ώνω]
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
λαδάδικο, λαδάς, λαδέμπορος, λαδερό, λαδερός, λαδής, λάδι, λαδιά, λαδικό, λαδίλα, λαδόκολλα, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδομπογιά, λαδόπανο, λαδοπαστέλ, λαδορίγανη, λαδοτύρι, λαδόχαρτο, λαδόψωμο, λάδωμα, λαδωτήρι
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ρήμα, μεταβατικό & αμετάβατο
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
1. λαδώνουμε κάτι όταν το αλείφουμε με λάδι ή με άλλη λιπαρή ουσία
- Αφού έχουμε λαδώσει ένα ταψί, απλώνουμε μέσα το ένα φύλλο. Παίρνουμε ένα πινέλο, το βάζουμε στο ελαιόλάδο και πασπαλίζουμε από πάνω το φύλλο. (πηγή : https://akispetretzikis.com/)
- Σε ένα τηγανάκι, το οποίο έχουμε λαδώσει ελαφρά , ψήνουμε το κοτόπουλο, το οποίο αλατοπιπερώνουμε και πασπαλίζουμε με ρίγανη. (πηγή: http://www.pittesnikolakopoulos.gr/ )
2. λαδώνουμε κάτι όταν το λερώνουμε με λάδι ή με άλλη λιπαρή ουσία
- O Ρον Χάουαρντ λαδώνει τις μηχανές και ετοιμάζεται να παρουσιάσει την ταινία που αφηγείται τη μεγάλη μάχη ανάμεσα στον Τζέιμς Χαντ και τον... (πηγή: https://flix.gr/news/o-kris-xemsgoyorth-trexei-sth-formula-1.html )
3. λέμε ότι λαδώνουμε κάποιον όταν του δίνουμε χρήματα ή δώρα για να μας βοηθήσει να κάνουμε κάτι παράνομο
- Επιχείρησε να «λαδώσει» αστυνομικούς για να αποφύγει το αλκοτέστ, αλλά κατέληξε με χειροπέδες. (πηγή: https://cyprustimes.com/ )
- Έλον Μασκ: «Λαδώνει» με 10% αύξηση στον μισθό τους υπαλλήλους της Tesla για να μην φτιάξουν σωματείο. (πηγή: https://economico.gr/ )
- Η Premier League «λαδώνει» την Αστυνομία για αγώνες σε καλύτερες τηλεοπτικές ώρες! (πηγή: https://shootandgoal.cyprustimes.com/)
5. λαδώνουν τα μαλλιά
- Από τα πιο κλασσικά προϊόντα στο χώρο του styling […] είναι ιδανικό για κοντά και μεσαίου μήκους μαλλιά, καθότι ξεχωρίζει για το έντονο κράτημα χωρίς να λαδώνει τα μαλλιά. (πηγή: https://www.ratpack.gr/)
- Τα λαδωμένα μαλλιά είναι μια αντιαισθητική εικόνα, είτε τα βλέπουμε σε έναν άνδρα είτε σε μια γυναίκα. (πηγή: https://lovehair.gr/ )
- Τα μαλλιά μου άρχισαν να «λαδώνουν» ξαφνικά και ακόμα προσπαθώ να το διαχειριστώ. (πηγή: https://www.queen.gr/)
6. “λαδωμένος ποντικός”
- O Ερντογάν αποχώρησε “σαν λαδωμένος ποντικός” χωρίς δηλώσεις από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. (πηγή: https://dreamfm.gr/ )
- Χρειάζεται να λούζομαι κάθε μέρα, τα μαλλιά μου είναι πολύ λιπαρά, αλλιώς δείχνω σαν λαδωμένος ποντικός. (πηγή: https://www.okmag.gr/ )
- Μετά από 160 χλμ και σαν «λαδωμένος ποντικός» που ήμουν η ανηφόρα φάνταζε γλυκιά! (πηγή: https://cyclonews.gr/ )
Αφήστε μια απάντηση