![]()
[líno]
![]()
Συχνότητα Εμφάνισης (κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)
| Έτος δημοσίευσης κειμένων | Συχνότητας εμφάνισης ανά έτος |
|---|---|
| 1962 | 0.1276‰ |
| 1972 | 0.0174‰ |
| 1973 | 0.0415‰ |
| 1976 | 0.0349‰ |
| 1981 | 0.0265‰ |
| 1982 | 0.0324‰ |
| 1983 | 0.0240‰ |
| 1985 | 0.0641‰ |
| 1986 | 0.0281‰ |
| 1987 | 0.0487‰ |
| 1988 | 0.0117‰ |
| 1989 | 0.0842‰ |
| 1990 | 0.0481‰ |
| 1991 | 0.0773‰ |
| 1992 | 0.0701‰ |
| 1993 | 0.0596‰ |
| 1994 | 0.0508‰ |
| 1995 | 0.0742‰ |
| 1996 | 0.0744‰ |
| 1997 | 0.0766‰ |
| 1998 | 0.1013‰ |
| 1999 | 0.0987‰ |
| 2001 | 0.0048‰ |
| 2002 | 0.0610‰ |
| 2003 | 0.1000‰ |
| 2004 | 0.0810‰ |
| 2005 | 0.0560‰ |
| 2006 | 0.0534‰ |
| 2011 | 0.0876‰ |
| 2012 | 0.0787‰ |
| 2013 | 0.0578‰ |
| 2014 | 0.0651‰ |
| 2015 | 0.1312‰ |
| 2016 | 0.0646‰ |
| 2017 | 0.0939‰ |
| 2018 | 0.0561‰ |
| 2019 | 0.1369‰ |
| 2020 | 0.0552‰ |
| 2021 | 0.0661‰ |
| 2022 | 0.0457‰ |
| 2023 | 0.0621‰ |
λύνω (έλυσα)
1. λύνουμε κάτι όταν το κάνουμε να μην είναι πια δεμένο.
2. λύνουμε κάτι όταν το χωρίζουμε στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται.
3. λύνουμε μια άσκηση, ένα αίνιγμα κτλ. όταν βρίσκουμε την απάντηση.
4. λύνουμε μια δύσκολη κατάσταση όταν την κάνουμε πιο εύκολη για μας.
5. λύνουμε μια παρεξήγηση ή μια διαφωνία όταν την κάνουμε να σταματήσει, να μην υπάρχει.
6. λύνουμε μια συνθήκη ή μια συμφωνία όταν την καταργούμε, όταν την ακυρώνουμε.
λύνομαι (λύθηκα, λυμένος)
7. κάποιος ή κάτι λύνεται όταν δεν υπάρχει αυτό που τον κρατάει δεμένο.
8. κάτω από ορισμένες συνθήκες, χαλαρώνω, αισθάνομαι άνετα. (μεταφορική σημασία)
9. το σώμα και τα μέλη του λύνεται όταν χαλαρώνουμε κυρίως από φόβο, τρόμο, ή συγκίνηση. (μεταφορική σημασία)
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
1. ξεμοντάρω, ξεδένω, ξεσφίγγω, χαλαρώνω,
2. ξεπλέκω, αποσυναρμολογώ
3. εξηγώ, διευκρινίζω, ερμηνεύω, διαλευκάνω, εξιχνιάζω, ξεδιαλύνω, διασαφηνίζω, επιλύω
4. αντιμετωπίζω, ξεπερνάω, διευθετώ, κανονίζω, τακτοποιώ
5. τερματίζω, διακόπτω, σταματώ, αίρω, παύω
6. ακυρώνω, αίρω, παύω
8. ατονώ, παραλύω
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
1. δένω, μαζεύω, πιάνω
2. συναρμολογώ
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • λύνει και δένει | = έχει μεγάλη δύναμη, εξουσία σε κάποιον χώρο· μπορεί να κάνει ό,τι θέλει |
| • λύνεται η γλώσσα μου | = αρχίζω να μιλώ πολύ, με άνεση και χωρίς να ντρέπομαι |
| • λύνω τα χέρια (κάποιου) | = τον βοηθώ, τον διευκολύνω, τον απαλλάσσω από περιττή ταλαιπωρία ή δεσμεύσεις, του δίνω την ελευθερία, τη δυνατότητα να ενεργήσει όπως θέλει, |
| • λύνουν (τους) κάβους | = 1. (για πλοία) αγκυροβολούν ή ετοιμάζονται για απόπλου. 2. (μτφ., για ναυτεργάτες) απεργούν ή λύνουν την απεργία. |
| • λύνει/έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά | = αναζητά αφορμή για καβγά, είναι έτοιμος να τσακωθεί, έχει εριστική διάθεση |
| • λύνονται τα γόνατά/τα πόδια μου | = από κούραση ή συναισθηματική φόρτιση |
| • λύνομαι στο γέλιο/στα γέλια | = γελώ πάρα πολύ |
| • λύνω τη σιωπή μου | = αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι |
| • λύνω το πρόβλημα της ζωής μου | = δεν έχω πια οικονομική δυσχέρεια |
| • μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο | = γέλασα, φοβήθηκα υπερβολικά |
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λύνω < μεσαιωνική ελληνική : λύνω < αρχαία ελληνική : λύ(ω) μεταπλασμός σε -νω με βάση το συνοπτικό θέμα λυσ- .
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
Σύνθετα Ρήματα :
αναλύω -ομαι, απολύω -ομαι, διαλύω -ομαι, εκλύω -ομαι, εξαπολύω -ομαι, καταλύω -ομαι , κωλύω -ομαι, παρακωλύω-ομαι , παραλύω, επιλύω -ομαι ,
αναλυτός -ή -ό, ανεπίλυτος -η -ο , γεροπαραλυμένος, διαλελυμένος -η -ο, λυόμενος -η -ο, ξεδιαλύνω -ομαι , παραλυμένος -η -ο , αναλυτής, απαρακώλυτος -η -ο, απολυτήριος -α -ο, διάλυμα , διαλυτήριο, δυσεπίλυτος -η -ο, εξαπόλυση, καταλύτης, λύτης, παρακώλυση
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
(κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)
| Λήμμα “λαθεύω” + Επόμενο Επίρρημα | Λήμμα”λαθεύω” + Επόμενο Ουσιαστικό | Ουσιαστικό + Λήμμα “λαθεύω” |
|---|---|---|
| αβγ | αβγ | αβγ |
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
Ρήμα μεταβατικό
Αφήστε μια απάντηση