λύνω

Loading

[líno] 

1. λύνουμε κάτι όταν το κάνουμε να μην είναι πια δεμένο.

2. λύνουμε κάτι όταν το χωρίζουμε στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται.

3. λύνουμε μια άσκηση, ένα αίνιγμα κτλ. όταν βρίσκουμε την απάντηση.

4. λύνουμε μια δύσκολη κατάσταση όταν την κάνουμε πιο εύκολη για μας.

5. λύνουμε μια παρεξήγηση ή μια διαφωνία όταν την κάνουμε να σταματήσει, να μην υπάρχει.

6. λύνουμε μια συνθήκη ή μια συμφωνία όταν την καταργούμε, όταν την ακυρώνουμε.

7. κάποιος ή κάτι λύνεται όταν δεν υπάρχει αυτό που τον κρατάει δεμένο.

8. κάτω από ορισμένες συνθήκες, χαλαρώνω, αισθάνομαι άνετα. (μεταφορική σημασία)

9. το σώμα και τα μέλη του λύνεται όταν χαλαρώνουμε κυρίως από φόβο, τρόμο, ή συγκίνηση. (μεταφορική σημασία)


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

1. ξεμοντάρω, ξεδένω, ξεσφίγγω, χαλαρώνω,
2. ξεπλέκω, αποσυναρμολογώ
3. εξηγώ, διευκρινίζω, ερμηνεύω, διαλευκάνω, εξιχνιάζω, ξεδιαλύνω, διασαφηνίζω, επιλύω
4. αντιμετωπίζω, ξεπερνάω, διευθετώ, κανονίζω, τακτοποιώ
5. τερματίζω, διακόπτω, σταματώ, αίρω, παύω
6. ακυρώνω, αίρω, παύω

8. ατονώ, παραλύω


1. δένω, μαζεύω, πιάνω
2. συναρμολογώ


λύνει και δένει = έχει μεγάλη δύναμη, εξουσία σε κάποιον χώρο· μπορεί να κάνει ό,τι θέλει
λύνεται η γλώσσα μου=  αρχίζω να μιλώ πολύ, με άνεση και χωρίς να ντρέπομαι
λύνω τα χέρια (κάποιου) = τον βοηθώ, τον διευκολύνω, τον απαλλάσσω από περιττή ταλαιπωρία ή δεσμεύσεις, του δίνω την ελευθερία, τη δυνατότητα να ενεργήσει όπως θέλει,
λύνουν (τους) κάβους= 1. (για πλοία) αγκυροβολούν ή ετοιμάζονται για απόπλου. 2. (μτφ., για ναυτεργάτες) απεργούν ή λύνουν την απεργία. 
λύνει/έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά= αναζητά αφορμή για καβγά, είναι έτοιμος να τσακωθεί, έχει εριστική διάθεση
λύνονται τα γόνατά/τα πόδια μου= από κούραση ή συναισθηματική φόρτιση
λύνομαι στο γέλιο/στα γέλια=  γελώ πάρα πολύ
λύνω τη σιωπή μου= αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι
λύνω το πρόβλημα της ζωής μου= δεν έχω πια οικονομική δυσχέρεια
μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο= γέλασα, φοβήθηκα υπερβολικά

Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)

 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλύν-ω
λύν-εις
λύν-ει
λύν-ουμε ή λύν-ομε
λύν-ετε
λύν-ουν(ε) 
να λύν-ω
να λύν-εις
να λύν-ει
να λύν-ουμε 
να λύν-ετε
να λύν-ουν(ε) 
 
λύν-ε
 
 
λύν-ετε
Μετοχή ενεστώταλύν-οντας 
Παρατατικόςέλυν-α
έλυν-ες
έλυν-ε
λύν-αμε
λύν-ατε
έλυν-αν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λύν-ω
θα λύν-εις
θα λύν-ει
θα λύν-ουμε 
θα λύν-ετε
θα λύν-ουν(ε) 
  
Αόριστοςέλυσ-α
έλυσ-ες
έλυσ-ε
λύσ-αμε
λύσ-ατε
έλυσ-αν  
να λύσ-ω 
να λύσ-εις
να λύσ-ει
να λύσ-ουμε 
να λύσ-ετε
να λύσ-ουν (ε) 
 
λύσ-ε
 
 
λύ-στε
Απαρέμφατο αορίστου:λύσ-ει 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λύσ-ω
θα λύσ-εις
θα λύσ-ει
θα λύσ-ουμε 
θα λύσ-ετε
θα λύσ-ουν (ε) 
  
Παρακείμενοςέχω λύσ-ει 
έχεις λύσ-ει
έχει λύσ-ει
έχουμε λύσ-ει
έχετε λύσ-ει
έχουν λύσ-ει
να έχω λύσ-ει ή 
να έχεις λύσ-ει
να έχει λύσ-ει
να έχουμε λύσ-ει
να έχετε λύσ-ει
να έχουν λύσ-ει
 
Υπερσυντέλικοςείχα λύσ-ει 
είχες λύσ-ει
είχε λύσ-ει
είχαμε λύσ-ει
είχατε λύσ-ει
είχαν λύσ-ει
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λύσ-ει 
θα έχεις λύσ-ει
θα έχει λύσ-ει
θα έχουμε λύσ-ει
θα έχετε λύσ-ει
θα έχουν λύσ-ει
  
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)

 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλύν-ομαι
λύν-εσαι
λύν-εται
λυν-όμαστε
λύν-εστε  
λύν-ονται
να λύν-ομαι
να λύν-εσαι
να λύν-εται
να λύν-όμαστε
να λύν-εστε 
να λύν-ονται
 
(λύν-ου)
 
 
(λύν-εστε)
Παρατατικόςλυν-όμουν (α)
λυν-όσουν(α)
λυν-όταν(ε)
λυν-όμασταν ή 
λυν-όσασταν 
λύν-ονταν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λύν-ομαι
θα λύν-εσαι
θα λύν-εται
θα λυν-όμαστε
θα λύν-εστε 
θα λύν-ονται
  
Αόριστοςλύ-θη-κα
λύ-θη-κες
λύ-θη-κε
λυ-θή-καμε
λυ-θή-κατε
λύ-θη-καν 
να λυθ-ώ
να λυθ-είς
να λυθ-εί
να λυθ-ούμε
να λυθ-είτε
να λυθ-ούν 
 
λύσ-ου
 
 
λυ-θείτε
 
Απαρέμφατο αορίστου:λυ-θεί 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λυθ-ώ
θα λυθ-είς
θα λυθ-εί
θα λυθ-ούμε
θα λυθ-είτε
θα λυθ-ούν 
  
Παρακείμενοςέχω λυ-θεί 
έχεις λυ-θεί
έχει λυ-θεί
έχουμε λυ-θεί
έχετε λυ-θεί
έχουν λυ-θεί
να έχω λυ-θεί 
να έχεις λυ-θεί
να έχει λυ-θεί
να έχουμε λυ-θεί
να έχετε λυ-θεί
να έχουν λυ-θεί 
 
Μετοχή παρακειμένου:λυμένος, η, ο 
Υπερσυντέλικοςείχα λυ-θεί  
είχες λυ-θεί
είχε λυ-θεί
είχαμε λυ-θεί
είχατε λυ-θεί
είχαν λυ-θεί
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λυ-θεί 
θα έχεις λυ-θεί
θα έχει λυ-θεί
θα έχουμε λυ-θεί
θα έχετε λυ-θεί
θα έχουν λυ-θεί
  
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

λύνω < μεσαιωνική ελληνική :  λύνω < αρχαία ελληνική : λύ(ω) μεταπλασμός σε -νω με βάση το συνοπτικό θέμα λυσ- .

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


Σύνθετα Ρήματα :

αναλύω -ομαι, απολύω -ομαι, διαλύω -ομαι, εκλύω -ομαι, εξαπολύω -ομαι, καταλύω -ομαι , κωλύω -ομαι, παρακωλύω-ομαι , παραλύω, επιλύω -ομαι ,

αναλυτός -ή -ό, ανεπίλυτος -η -ο , γεροπαραλυμένος, διαλελυμένος -η -ο, λυόμενος -η -ο, ξεδιαλύνω -ομαι , παραλυμένος -η -ο , αναλυτής, απαρακώλυτος -η -ο, απολυτήριος -α -ο, διάλυμα , διαλυτήριο, δυσεπίλυτος -η -ο, εξαπόλυση, καταλύτης, λύτης, παρακώλυση


(κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)
Λήμμα “λαθεύω” + Επόμενο ΕπίρρημαΛήμμα”λαθεύω” + Επόμενο ΟυσιαστικόΟυσιαστικό + Λήμμα “λαθεύω”
αβγαβγαβγ
πηγή : https://hnc.ilsp.gr/index.php

Ρήμα μεταβατικό

(κάνε κλικ εδώ για εμφάνιση)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT