![]()
[lútsa]
![]()
λούτσα (επίρρημα)
κάποιος ή κάτι γίνεται λούτσα όταν βρέχεται πολύ
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
μούσκεμα
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
πηγή : Γραμματική Ε’ ΣΤ’ Δημοτικού
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λούτσα < προέρχεται από τη σλαβική λέξη luža, που σημαίνει “λακκούβα με νερό”. Στην ελληνική γλώσσα, ο ήχος ž της σλαβικής λέξης μετατράπηκε στον ήχο τσ.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • γίνομαι λούτσα | = γίνομαι μούσκεμα |
| • κάνω κάποιον λούτσα | = κάνω κάποιoν λούτσα |
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Ήταν λούτσα στον ιδρώτα σαν να είχε μόλις κολυμπήσει. (πηγή: https://www.sdna.gr)
- Γεμίζαμε πλαστικές σακκούλες νερό, τον περιμέναμε στην γωνία του προαύλιου, σου κανε νόημα ο απέναντι «ερχεται» και κλατς τον έκανες λούτσα με την σακούλα. (πηγή: https://www.sdna.gr)
- Κροατία: Ρεπόρτερ έγινε λούτσα σε ζωντανή σύνδεση από πυροσβεστικό αεροσκάφος (πηγή: https://www.protothema.gr)
- Η χαλαρή βροχή έγινε μπόρα και αφού γίναμε λούτσα έβγαλα μερικές φωτογραφίες (πηγή: https://www.puresimrally.gr)

Αφήστε μια απάντηση