![]()
[luríδa]
![]()
η λουρίδα (ουσιαστικό, θηλυκό)
1. λουρίδα λέμε κάθε στενό και μακρύ κομμάτι από υλικό, όπως δέρμα, ύφασμα, χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό
2. λουρίδα στην παλαιότερη, λαϊκή γλώσσα, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ανδρική ζώνη
3. λουρίδα λέμε το στενόμακρο τμήμα μιας επιφάνειας (μεταφορική σημασία)
δες επίσης : λωρίδα
ΠΟΛΥΜΕΣΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


ΣΥΝΩΝΥΜΑ
2. ζωστήρας
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
| παροξύτονο | ||
| Ενικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της τη – | λουρίδα λουρίδας λουρίδα λουρίδα |
| Πληθυντικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις – | λουρίδες λουρίδων λουρίδες λουρίδες |
![]()
Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).
Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.
Στην πρώτη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στην παραλήγουσα ανήκουν όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα, κοτρόνα, πατρόνα, πολυθρόνα, σφεντόνα, ε(α)γγόνα.
Στη δεύτερη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στη λήγουσα ανήκουν πολλά ουσιαστικά και αρκετά των οποίων ο τύπος της γενικής πληθυντικού δεν είναι εύχρηστος, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Η λέξη “λουρίδα” προέρχεται από την ελληνιστική λέξη “λωρίς” < η οποία είναι παραλλαγή της αρχαίας λέξης “λῶρος“.
Η λέξη “λωρίς” σχετίζεται με τη λέξη “λουρί“, που σημαίνει τη λωρίδα ή τη ταινία. Η κατάληξη “-ίδα” προστέθηκε και δημιούργησε τη λέξη “λουρίδα”.
- Η αλλαγή του ήχου [o] σε [u] έγινε επειδή η λέξη επηρεάστηκε από το [l] ή επειδή ακολούθησε την ίδια λογική με τη λέξη “λουρί”, που είναι συγγενής.
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Η λουρίδα ήταν για ζωστήρας της φουστανέλας και το κυρίως σιλάχι για θυλάκια (τσέπες και θήκες) για τα προσωπικά τους αντικείμενα. (Πηγή: https://www.servou.gr)
- Χανδρόπλεχτη ζώνη ενισχυμένη με βαμβακερή υφαντή λουρίδα. Πρόκειται για εξάρτημα της γυναικείας φορεσιάς της περιοχής της Φλώρινας. (Πηγή: https://lykeionellinidon.com)
- Φορούσα μεγάλα ξυλοπάπουτσα δεμένα με μακριές λουρίδες από πανί. (Πηγή: https://pdfcoffee.com)
- Εκτός από τα ξύλινα στοιχεία, θα χρειαστείτε επιχρίσματα, τα οποία είναι κατασκευασμένα από ταινία σιδήρου (λουρίδα) ή χαλύβδινα στεφάνια. (Πηγή: https://el-n.decorexpro.com)
- Σύρετε το επίπεδο τέλος της λοστό κάτω από την εν λόγω λουρίδα και τραβήξτε το μακριά από το σπίτι για να αποκολληθούν τα νύχια (Πηγή: https://el.98905.com)
- Έσχιζαν ολοκαίνουργια σεντόνια, τα έκαναν λουρίδες, για επιδέσμους, (Πηγή: https://www.chcnews.org)
- .. και σε πέντε ώρες περίπου βρεθήκαµε σε µια µακρόστενη λουρίδα γης, κατά
- µήκος της ακτής, (Πηγή: https://www.iranon.gr)
- Το κορδόνι είναι μια λουρίδα από πεντόλιρα που καλύπτει το στήθος (Πηγή: https://nostosgalatsiou.blogspot.com)
- Είναι κατασκευασμένος από ειδικό πλαστικό υλικό χρώματος πορτοκαλί με αντανακλαστικές λουρίδες και στην πλάτη αναγράφονται οι λέξεις «ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ». (Πηγή: https://www.e-nomothesia.gr)
- τον ποταµό που συνορεύει µε µια λουρίδα παραποτάµιου δάσους και θάµνους αρµυρικιών (Πηγή: https://eydamth.gr)
- Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο της χώρισε το μπράτσο. (ποίηση)(Πηγή: https://oulaloum.espiv.net)
- Παίρνουμε τότε το λεγόμενο φάσμα του φωτός, δηλ. μια λουρίδα με τα χρώματα στα οποία αναλύεται. (Πηγή: https://www.istoriesfysikis.com)


Αφήστε μια απάντηση