λινό

Loading

[lino] 

1. το λινό είναι το ύφασμα ή το ρούχο που είναι φτιαγμένο από κλωστή λιναριού.

2.τα λινά
(πληθυντικός αριθμός)

ενισχυτικό πλέγμα στα λάστιχα των αυτοκινήτων. 

3. το φυτό λινάρι.



 οξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
το
του
το
λινό
λινού
λινό
λινό
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
τα
των
τα
λινά
λινών
λινό
λινό

Ουσιαστικά σε -ο (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (φυτό, Ο38), παροξύτονα (δέντρο, Ο39) και προπαροξύτονα (σίδερο Ο40). Σύμφωνα με το λινό (Ο38) κλίνονται τα: Μεξικό, νερό, παγωτό, χωριό κ.ά. Δείτε περισσότερα εδώ.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


λινό” < προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη “λινός,” < η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “λιν(οῦς)” που ήταν επίθετο που αναφερόταν σε κάτι που ήταν φτιαγμένο από λινάρι.

Η λέξη “λινός” κατά τον μεσαίωνα εξελίχθηκε από το αρχαίο ελληνικό “λιν(οῦς),” με μεταπλασμό σε -ός, μια συνήθης διαδικασία κατά την οποία το επίθετο μετατρέπεται σε ουσιαστικό. Έτσι, η αρχική σημασία του επιθέτου μεταβιβάστηκε στο ουσιαστικό, το οποίο τώρα χρησιμοποιείται για να δηλώσει το ύφασμα που προέρχεται από λινάρι.

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


λινοβάμβακος -η -ο,  λινομέταξος -η -ο, λινός -ή -ό,  λινοτύπης,  λινοτυπία, λινοτυπικός -ή -ό

Λίνο- [lino] & λινό- [linó]: Αυτά τα συνθετικά χρησιμοποιούνται στην αρχή σύνθετων λέξεων και έχουν να κάνουν με το φυτό λινάρι ή το ύφασμα που φτιάχνεται από αυτό. Αν το δεύτερο μέρος της λέξης αρχίζει από φωνήεν (όπως το “α”), το συνθετικό μπορεί να εμφανιστεί ως “λιν-“.

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Λινέλαιο: Το λάδι που βγαίνει από το λινάρι.
  • Λινόσπορος (λιναρόσπορος): Ο σπόρος του λιναριού.
  • Λινή στολή: Στολή φτιαγμένη από λινό ύφασμα.

Παρατακτικά σύνθετα: Σε κάποιες σύνθετες λέξεις, το “λίνο” ή “λινό” μπορεί να συνδυαστεί με άλλες λέξεις για να περιγράψει υφάσματα που περιέχουν δύο ή περισσότερα υλικά.

  • Λινοβάμβακος: Ύφασμα που περιέχει λινό και βαμβάκι.
  • Λινομέταξος: Ύφασμα που περιέχει λινό και μετάξι.

Προέλευση: Αυτά τα συνθετικά προέρχονται από την αρχαία ελληνική λέξη “λινό”, που σημαίνει λινάρι, ένα φυτό που καλλιεργούνταν για να φτιάξουν ύφασμα.


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Γνωστό για τα πάντα από καλοκαιρινά ρούχα μέχρι απορροφητικές πετσέτες πιάτων, το λινό είναι ένα ευέλικτο, φυσικό ύφασμα που είναι μαλακό και δροσερό στην αφή. (Πηγή: https://www.velona.gr)
  • Λινό: το πιο φυσικό και απέριττο ύφασμα. Λινά ρούχα, λινά φουλάρια, λινά σεντόνια! Σίγουρα το λινό ύφασμα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι στην ζωή μας (Πηγή: https://www.bedandbath.gr)
  • Λινά πουκάμισα, λινά φορέματα και φούστες, αλλά και λινές παντελόνες συνυφαίνουν την κομψότητα που προσφέρει δροσιά το καλοκαίρι και βρίσκονται στην κορυφή των επιλογών μας.(Πηγή: https://www.harpersbazaar.gr)
  • Λινό πουκάμισο: καλύτερα ατίθασο και τσαλακωμένο (Πηγή: https://www.andro.gr)
  • Το λινό ύφασμα και η ιστορία του (Πηγή: https://www.hobbylobby-yarns.gr)
  • Λινό ή βαμβάκι; Ποιο ύφασμα μάς κρατά πιο δροσερούς (Πηγή: https://www.newmoney.gr/)
  • Πώς θα φροντίσεις σωστά τα λινά ρούχα (Πηγή: https://www.madamefigaro.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT