λίμα

Loading

[líma] 

1. Η λίμα είναι μακρόστενο εργαλείο χειρός, συνήθως από σίδερο, με οδόντωση ή τραχιά επιφάνεια, που χρησιμοποιείται για τη λείανση, τη λέπτυνση, το κόντεμα ή το ακόνισμα σκληρών επιφανειών ή αντικειμένων, κυρίως μεταλλικών. Ειδικά, στην περιποίηση των νυχιών, χρησιμοποιείται για το κόντεμα και το σχηματισμό τους χωρίς τη χρήση ψαλιδιού.

2. όταν μας πιάνει λίμα, θέλουμε πάρα πολύ να φάμε. (Ύφος : ανεπίσημο) (μεταφορική σημασία)

3. Στην καθομιλουμένη, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει την πολυλογία ή φλυαρία κάποιου. (μεταφορική σημασία)



ΣΥΝΩΝΥΜΑ

  1. ράσπα
  2. μεγάλη πείνα, η λαιμαργία
  3. πολυλογία, φλυαρία. 

 παροξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
η
της
τη
λίμα
λίμας
λίμα
λίμα
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τις
λίμες
λιμών
λίμες
λίμες

Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).

Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα. Στην πρώτη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στην παραλήγουσα ανήκουν όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα, κοτρόνα, πατρόνα, πολυθρόνα, σφεντόνα, ε(α)γγόνα. Στη δεύτερη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στη λήγουσα ανήκουν πολλά ουσιαστικά και αρκετά των οποίων ο τύπος της γενικής πληθυντικού δεν είναι εύχρηστος, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.

Σύμφωνα με το λίμα (Ο25) κλίνονται τα: αβαρία, επαρχία, κοινωνία, ομιλία κ.ά. Δείτε περισσότερα εδώ.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


  1. λίμα < ιταλικά : lima
  2. Η λέξη «λίμα» προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική. Προήλθε από το ρήμα «λιμ(άζω)», που σημαίνει «τρώω με όρεξη» ή «κατατρώω», με την προσθήκη της κατάληξης «-α» μέσω αναδρομικού σχηματισμού.

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


αλιμάριστος -η -ο, λιμαδόρος, λιμάζω, λιμάρης -α -ικο, λιμάρικος -η -ο, λιμάρικα, λιμάρισμα, λιμάρω -ομαι


Mας έπιασε / μας τάραξε στη λίμα= ο φλύαρος, ο πολυλογάς

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Πρόκειται για έναν 29χρονο Αλβανό και δύο Έλληνες (21 και 30 ετών), που σύμφωνα με το agrinionews.gr, έκοψαν τα κάγκελα με λίμα και κατάφεραν να διαφύγουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. (Πηγή: https://www.newsit.gr)
  • Οι κόκκοι της λίμας καθορίζουν το βαθμό σκληρότητας της. Όσο πιο μικρός είναι ο αριθμός της τόσο πιο σκληρή είναι η λίμα (Πηγή: https://www.trendycosmetics.gr)
  • Πώς δουλεύουμε το ξύλο με τη ράσπα και τη λίμα (βίντεο) (Πηγή: https://www.youtube.com)
  • Λίμα τριγωνική πριονοκορδέλας Sandvik. Για ακόνισμα λαμών πριονοκορδέλας. Τρίγωνη, με στρογγυλεμένες ακμές που τείνουν κωνικά προς την μύτη, επιφάνειες και ακμές απλής χάραξης.(Πηγή: http://www.sinter-hellas.gr)
  • Δεν χρησιμοποιούμε ποτέ ράσπες ή λίμες χωρίς χειρολαβή, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος τραυματισμού. (Πηγή: https://luthierschool.blogspot.coml)
  • Η Scholl Velvet Soft είναι μια ηλεκτρική λίμα ποδιών για να αφαιρείτε το σκληρό δέρμα στο σπίτι σας, με επαγγελματικά αποτελέσματα. (Πηγή: https://www.pharmacy7days.com)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT