ο λιλά ➖ η λιλά ➖ το λιλά

Loading

[lilá] 

όταν κάτι είναι λιλά, έχει το χρώμα της βιολέτας.



ΣΥΝΩΝΥΜΑ

βιολετής, μοβ


Το επίθετο λιλά δεν κλίνεται.

μονοκατάληκτο επίθετο (π.χ. ο λιλά, η λιλά, το λιλά).

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν επίθετα που προέρχονται συνήθως από ξένες γλώσσες και παρουσιάζουν τον ίδιο μορφολογικό τύπο σε όλες τις πτώσεις και των τριών γενών. Μερικά από τα επίθετα αυτά είναι τα εξής: κομπλέ, μοβ, μπεζ, μπλε, ριγέ, σικ. [πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού]


λιλά < γαλλικά: lilas < αραβικά : līlāk

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Η απλότητα αυτού του μοντέρνου, ανεξάρτητου μπάνιου και τα απαλά ξύλινα έπιπλα τονίζονται από τους έντονους λιλά τοίχους και τις ζωηρές πινελιές παλ χρωμάτων. (Πηγή: https://www.vivechrom.gr)
  • Τα λιλά πλεκτά φέρνουν ξανά τα παστέλ στην γκαρνταρόμπα μας. (πηγή : https://vogue.gr/ )
  • Το λιλά μανικιούρ θα τονίσει για λίγο ακόμα τη μαυρισμένη όψη της επιδερμίδας σου. (πηγή : https://www.queen.gr/ )
  • Η λιλά σκιά δημιουργεί ένα μυστηριώδες και ταυτόχρονα ρομαντικό αποτέλεσμα που ταιριάζει σε κάθε περίσταση. (πηγή : https://www.queen.gr/ )
  • Δίπλα της, η Υφυπουργός Τουρισμού, φόρεσε σακάκι σε λιλά χρώμα με μαύρο πουκάμισο. ( πηγή : https://www.eirinika.gr/)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT