ο λιγόψυχος ➖ η λιγόψυχη ➖ το λιγόψυχο

Loading

[liγópsixos] 

όταν κάποιος είναι λιγόψυχος, φοβάται εύκολα και χάνει το θάρρος του, δειλιάζει μπροστά στις δυσκολίες.


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

λιπόψυχος, άψυχος, άτολμος, δειλός, κιοτής, φοβητσιάρης.


γενναίος, εύψυχος, ψυχωμένος


Επίθετα σε -ος, -η, -ο : Τρικατάληκτο, προπαροξύτονο επίθετο σύμφωνα με το οποίο κλίνονται και τα ελεύθερος -η -ο κ.ά. . Ο τόνος πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή. (Δείτε όλα τα επίθετα αυτής της κατηγορίας εδώ).

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
ο
του
τον
λιγόψυχος
λιγόψυχου
λιγόψυχο
λιγόψυχε
η
της
την
λιγόψυχη
λιγόψυχης
λιγόψυχη
λιγόψυχη
το
του
το
λιγόψυχο
λιγόψυχου
λιγόψυχο
λιγόψυχο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τους
λιγόψυχοι
λιγόψυχων
λιγόψυχους
λιγόψυχοι
οι
των
τις
λιγόψυχες
λιγόψυχων
λιγόψυχες
λιγόψυχες
τα
των
τα
λιγόψυχα
λιγόψυχων
λιγόψυχα
λιγόψυχα
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

Η λέξη λιγόψυχος προέρχεται από την ελληνιστική κοινή, όπου υπήρχε η μορφή ὀλιγόψυχος.

Η αρχική λέξη αποτελείται από την ελληνική λέξη ὀλίγος (που σημαίνει «λίγος») και το ψυχή (που σημαίνει «ψυχή»).

Στη μεσαιωνική ελληνική, η λέξη εξελίχθηκε σε λιγόψυχος, λόγω της αποβολής του αρχικού άτονου φωνήεντος ο, που θεωρήθηκε άρθρο και δεν προφερόταν, ενώ η λέξη συνέχισε να χρησιμοποιείται με την έννοια του «αδύναμου ψυχικά» ή «φοβισμένου».

Η ετυμολογία λοιπόν είναι:

  • ὀλιγόψυχος (Ελληνιστική κοινή) → λιγόψυχος (Μεσαιωνική ελληνική)
  • Από το ὀλίγος (λίγος) και ψυχή (ψυχή).

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


λιγοθυμία, λιγοθυμώ, λιγομίλητος -η -ο, λίγος -η -ο, λιγόστεμα, λιγοστεύω, λιγοστός -ή -ό, λιγόφαγος -η -ο, λιγοψυχιά, λιγόψυχος -η -ο, λιγοψυχώ, ολιγόζωος -η -ο, ολιγοήμερος -η -ο

αναψυχή, αναψυχώνω, αψυχαγώγητος -η -ο, αψυχολόγητος -η -ο, άψυχος -η -ο, γενναιοψυχία, γενναιόψυχος -η -ο, έμψυχος -η -ο, εμψυχώνω, εμψύχωση, εμψυχωτής, εμψυχωτικός -ή -ό, εσώψυχος -η -ο, ευψυχία, εύψυχος -η -ο, εφτάψυχος -η -ο, κακόψυχος -η -ο, καλόψυχος -η -ο, λιγοψυχιά, λιγόψυχος -η -ο, λιγοψυχώ, λιποψυχία, λιπόψυχος -η -ο, λιποψυχώ, μεγαλοψυχία, μεγαλόψυχος -η -ο, μετεμψυχώνομαι, μετεμψύχωση, μικροψυχία, μικρόψυχος -η -ο, νευροψυχικός -ή -ό, ξεψύχισμα, ξεψυχισμένος -η -ο, ξεψυχώ, ολιγόψυχος -η -ο, ολιγοψυχώ, ολόψυχος -η -ο, ομοψυχία, ομόψυχος -η -ο, παιδοψυχιατρική, παιδοψυχίατρος, παιδοψυχολογία, παιδοψυχολόγος, παμψυχισμός, παραψυχολογία, παραψυχολογικός -ή -ό, πονοψυχιά, πονόψυχος -η -ο, στενόψυχος -η -ο, σύψυχος -η -ο, ψυχαγωγία, ψυχαγωγικός -ή -ό, ψυχαγωγώ, ψυχαναγκασμός, ψυχαναγκαστικός -ή -ό, ψυχανάλυση, ψυχαναλυτής, ψυχαναλυτικός -ή -ό, ψυχανεμίζομαι, ψυχανθή, ψυχανώμαλος -η -ο, ψυχάρα, ψυχασθένεια,  ψυχασθενής -ής -ές, ψυχασθενικός -ή -ό, ψυχεδέλεια, ψυχεδελικός -ή -ό, ψυχή, ψυχιατρείο, ψυχιατρική, ψυχιατρικός -ή -ό, ψυχίατρος, ψυχικό, ψυχικός -ή -ό, ψυχισμός, ψυχοβγάλτης, ψυχοβιολογία, ψυχοβιολογικός -ή -ό, ψυχογένεια, ψυχογένεση, ψυχογενετικός -ή -ό, ψυχογενής -ής -ές, ψυχογιός, ψυχογλωσσολογία, ψυχοδιανοητικός -ή -ό, ψυχόδραμα, ψυχοδυναμικός -ή -ό, ψυχοδυναμισμός, ψυχοθεραπεία, ψυχοθεραπευτής, ψυχοθεραπευτικός -ή -ό, ψυχοκοινωνιολογία, ψυχοκοινωνιολογικός -ή -ό, ψυχοκόρη, ψυχολατρία, ψυχολογία, ψυχολογικός -ή -ό, ψυχολόγος, ψυχολογώ, ψυχομάνα, ψυχομαχητό, ψυχομαχώ, ψυχομέτρι, ψυχομετρία, ψυχομετρικός -ή -ό, ψυχονεύρωση, ψυχονευρωτικός -ή -ό, ψυχονοητικός -ή -ό, ψυχοπάθεια, ψυχοπαθής -ής -ές, ψυχοπαθολογία, ψυχοπαθολογικός -ή -ό, ψυχοπαίδα, ψυχοπαιδαγωγικός -ή -ό, ψυχοπαίδι, ψυχοπατέρας, ψυχοπιάνομαι, ψυχόπιτα, ψυχοπλάκωμα, ψυχοπλακώνω, ψυχοπλακωτικός -ή -ό, ψυχοπνευματικός -ή -ό, ψυχοπομπός, ψυχοπονώ, ψυχορράγημα, ψυχορραγώ, ψυχοσάββατο, ψυχοσύνθεση, ψυχοσύσταση, ψυχοσωματικός -ή -ό, ψυχοτρόπος -ος -ο, ψυχοφάρμακο, ψυχοφθόρος -α -ο, ψυχοφυσιολογία, ψυχοχάρτι, ψυχοχειρουργική, ψυχωμένος -η -ο, ψύχωση, ψυχωτικός -ή -ό, ψυχωφελής -ής -ές


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Ποτέ δεν ημουν φυγόμαχος και λιγόψυχος, όμως για κάποια δευτερόλεπτα σάστισα. (Πηγή: https://www.neakriti.gr)
  • Εκδήλωση φόβου κάποιου λιγόψυχου που αποφεύγει να δει, να αποδεχθεί την πραγματικότητα; (Πηγή: https://www.kavalapost.gr)
  • Και που πας ρε λιγόψυχε και εκεί φτάσαμε και τι ντροπή είναι αυτή και βγάλε την φανέλα και άλλα τέτοια λαμπρά γράφτηκαν.. (Πηγή: https://www.sport24.gr)
  • Εκείνη την ταραγμένη εποχή στη χώρα, άνθρωποι λιγόψυχοι άλλαζαν ιδεολογία, γίνονταν πληροφοριοδότες του καθεστώτος, κατέδιδαν συγγενείς … (Πηγή: https://www.drasivrilissia.gr)
  • Βαρέθηκα τα κούφια λόγια και τις πράξεις λιγόψυχων ανδρών που στα κρίσιμα παιχνίδια όσο και να ψάξεις δεν μπορείς να τους βρεις! (Πηγή: https://www.paokmania.gr)
  • Αυτό το επάγγελμα δεν είναι για τους… λιγόψυχους καθώς πρόκειται για μια θέση τεράστιας ευθύνης που προσφέρει στους πιλότους αρκετό στρες. (Πηγή: https://www.topontiki.gr)
  • Η τσιπούρα γενικώς είναι λιγόψυχη και κατά βάση δεν είναι ψάρι μουρντάρικο, όσο μεγάλη και νάναι. (Πηγή: https://psarema.natexmedia.gr)
  • Ο Ολυμπιακός πήρε το σκαλπ της λιγόψυχης ΤΣΣΚΑ, που αν και ρώσικη αρκούδα, γίνεται πιο ακίνδυνη κι από το Μίσα, (Πηγή: https://www.katiousa.gr)
  • …τις όποιες ενδεχομένως αρνητικές ή λιγόψυχες κριτικές για το έργο τους. (Πηγή: https://logoskaitexni.blogspot.com)
  • Και οι υπέυθυνοι κάνουν το πιο λιγόψυχο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν, το πιο άσχημο, το πιο άδικο (Πηγή: https://www.lifo.gr)
  • ουδέποτε ο κλάδος των εκπαιδευτικών εκφράστηκε τόσο λιγόψυχα, τόσο υποτιμημένα και τόσο καιροσκοπικά. (Πηγή: http://www.edra.gr)
  • Οι Έλληνες ποτέ δεν θέλησαν να περιορίσουν λιγόψυχα τις επιδιώξεις τους στα όρια του κατορθωτού. (Πηγή: https://mvgatos.blogspot.com)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT