![]()
λιγοστεύω (λιγόστεψα)
1. όταν λιγοστεύουμε κάτι, το κάνουμε πιο λίγο σε ποσότητα ή σε αριθμό.
2. λιγοστεύει (3ο πρόσωπο) : όταν κάτι λιγοστεύει, γίνεται πιο λίγο σε ποσότητα ή σε αριθμό.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
- ελαττώνω, μειώνω, περιορίζω
- ελαττώνεται, μειώνεται, αραιώνει, περιορίζεται
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
- αυξάνω, μεγαλώνω
- αυξάνεται
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Παθητική φωνή δεν έχει.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λιγοστεύω < μεσαιωνική ελληνική : (ο)λιγοστεύω < (ο)λιγοστ(ός) + [-εύω]
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
λιγόστεμα, λιγοστός -ή -ό, ολιγοσταυρία, ολιγόστιχος -η -ο
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ρήμα μεταβατικό
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Η γενναιότητα και η ανδρεία έχουν λιγοστέψει στον κόσμο. (Πηγή : https://www.lecturesbureau.gr/)
- Η παρέα όλο και λιγοστεύει. (Πηγή : https://www.newsbeast.gr/)
- Το νερό στον κόσμο λιγοστεύει γιατί οι πλούσιοι παίζουν με τους δικούς τους κανόνες. (Πηγή : https://www.in.gr/)
- Ο χρόνος λιγοστεύει και οι επόμενες ώρες θα είναι εξαιρετικά κρίσιμες. (Πηγή : https://www.naftemporiki.gr/)
- Ο πλανήτης αποξηραίνεται, το νερό λιγοστεύει. (Πηγή : https://www.dw.com/)
- Λιγοστεύει το ντόπιο βόειο κρέας, ανεβαίνουν οι τιμές παραγωγού. (Πηγή : https://www.agrotypos.gr/)
- Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα. (Πηγή : http://ebooks.edu.gr/)
- Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη. (Πηγή : https://enallaktikidrasi.com/ )
- Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους λένε «λιγοστεύει». (Πηγή : https://zh-cn.facebook.com/)
- Χρέη στην Εφορία: Λιγοστεύει η «μαρίδα» των οφειλετών, αυξάνονται οι μεγαλοοφειλέτες. (Πηγή : https://www.ot.gr/)


Αφήστε μια απάντηση