λιγοστεύω

Loading

[liγostévo] 

1. όταν λιγοστεύουμε κάτι, το κάνουμε πιο λίγο σε ποσότητα ή σε αριθμό.

2. λιγοστεύει (3ο πρόσωπο) : όταν κάτι λιγοστεύει, γίνεται πιο λίγο σε ποσότητα ή σε αριθμό.


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

  1. ελαττώνω, μειώνω, περιορίζω
  2. ελαττώνεται, μειώνεται, αραιώνει, περιορίζεται

  1. αυξάνω, μεγαλώνω
  2. αυξάνεται

Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλιγοστεύω
λιγοστεύεις
λιγοστεύει
λιγοστεύουμε ή λιγοστεύομε
λιγοστεύετε
λιγοστεύουν(ε) 
να λιγοστεύω
να λιγοστεύεις
να λιγοστεύει
να λιγοστεύουμε 
να λιγοστεύετε
να λιγοστεύουν(ε) 
 
λιγόστευε
 
 
λιγοστεύετε
Μετοχή ενεστώταλιγοστεύοντας 
Παρατατικόςλιγόστευα
λιγόστευες
λιγόστευε
λιγοστεύαμε
λιγοστεύατε
λιγόστευαν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λιγοστεύω
θα λιγοστεύεις
θα λιγοστεύει
θα λιγοστεύουμε 
θα λιγοστεύετε
θα λιγοστεύουν(ε) 
  
Αόριστοςλιγόστεψα
λιγόστεψες
λιγόστεψε
λιγοστέψαμε
λιγοστέψατε
λάτρεψαν  
να λιγοστέψω 
να λιγοστέψεις
να λιγοστέψει
να λιγοστέψουμε 
να λιγοστέψετε
να λιγοστέψουν (ε) 
 
λιγόστεψε
 
 
λιγοστέψτε
Απαρέμφατο αορίστου:λιγοστέψει 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λιγοστέψω
θα λιγοστέψεις
θα λιγοστέψει
θα λιγοστέψουμε 
θα λιγοστέψετε
θα λιγοστέψουν (ε) 
  
Παρακείμενοςέχω λιγοστέψει 
έχεις λιγοστέψει
έχει λιγοστέψει
έχουμε λιγοστέψει
έχετε λιγοστέψει
έχουν λιγοστέψει
να έχω λιγοστέψει 
να έχεις λιγοστέψει
να έχει λιγοστέψει
να έχουμε λιγοστέψει
να έχετε λιγοστέψει
να έχουν λιγοστέψει
 
Υπερσυντέλικοςείχα λιγοστέψει 
είχες λιγοστέψει
είχε λιγοστέψει
είχαμε λιγοστέψει
είχατε λιγοστέψει
είχαν λιγοστέψει
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λιγοστέψει 
θα έχεις λιγοστέψει
θα έχει λιγοστέψει
θα έχουμε λιγοστέψει
θα έχετε λιγοστέψει
θα έχουν λιγοστέψει
  
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

Παθητική φωνή δεν έχει.


λιγοστεύω < μεσαιωνική ελληνική : (ο)λιγοστεύω < (ο)λιγοστ(ός) + [-εύω]

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


λιγόστεμα, λιγοστός -ή -ό, ολιγοσταυρία, ολιγόστιχος -η -ο


Ρήμα μεταβατικό

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Η γενναιότητα και η ανδρεία έχουν λιγοστέψει στον κόσμο. (Πηγή : https://www.lecturesbureau.gr/)
  • Η παρέα όλο και λιγοστεύει. (Πηγή : https://www.newsbeast.gr/)
  • Το νερό στον κόσμο λιγοστεύει γιατί οι πλούσιοι παίζουν με τους δικούς τους κανόνες.  (Πηγή : https://www.in.gr/)
  • Ο χρόνος λιγοστεύει και οι επόμενες ώρες θα είναι εξαιρετικά κρίσιμες. (Πηγή : https://www.naftemporiki.gr/)
  • Ο πλανήτης αποξηραίνεται, το νερό λιγοστεύει. (Πηγή : https://www.dw.com/)
  • Λιγοστεύει το ντόπιο βόειο κρέας, ανεβαίνουν οι τιμές παραγωγού. (Πηγή : https://www.agrotypos.gr/)
  • Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα. (Πηγή : http://ebooks.edu.gr/)
  • Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη. (Πηγή : https://enallaktikidrasi.com/ )
  • Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους λένε «λιγοστεύει». (Πηγή : https://zh-cn.facebook.com/)
  • Χρέη στην Εφορία: Λιγοστεύει η «μαρίδα» των οφειλετών, αυξάνονται οι μεγαλοοφειλέτες.  (Πηγή : https://www.ot.gr/)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT