λίγδα

Loading

[líγδa] 

1. λίγδα λέμε τη λιπαρή βρομιά ή τους λεκέδες από λίπος, που συχνά δημιουργούνται ύστερα από μακροχρόνια χρήση ή παραμονή.

2. λίγδα λέμε το λιωμένο χοιρινό λίπος. (μαγειρική)

3. μαλλιά γεμάτα λίγδα λέμε τα μαλλιά που δεν έχουν πλυθεί και είναι λιπαρά. (μεταφορική σημασία)

4. «λίγδα» λέμε τη μικρή τσιπούρα, γνωστή και ως λιγδοπούλα. (προφορική χρήση)


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

  1. λεκές, βρομιά
  2. λιωμένο χοιρινό λίπος
  3. άλουστα, λαδωμένα
  4. λιγδοπούλα

 παροξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
η
της
την
λίγδα
λίγδας
λίγδα
λίγδα
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τις
λίγδες
λιγδών
λίγδες
λίγδες

Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).

Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα. Στην πρώτη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στην παραλήγουσα ανήκουν όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα, κοτρόνα, πατρόνα, πολυθρόνα, σφεντόνα, ε(α)γγόνα.

Σύμφωνα με το λίγδα (Ο25) κλίνονται τα: αβαρία, επαρχία, κοινωνία, ομιλία κ.ά. Δείτε περισσότερα εδώ.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


Η λέξη «λίγδα» προέρχεται από την ελληνιστική κοινή : «λίγδα», που σημαίνει «στάχτη» ή «αλισίβα».

Στην αρχαία ελληνική, η λέξη «λίγδα» χρησιμοποιούνταν για να αναφερθεί σε ουσίες που συνδέονται με λιπαρές ή ακαθαρσίες, προερχόμενες από την καύση ή την απορρόφηση λιπαρών υλών.

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


αλίγδιαστος -η -ο, αλίγδωτος -η -ο, λιγδιάζω, λιγδιάρης -α -ικο, λιγδιάρικος -η -ικο, λίγδιασμα, λίγδωμα, λιγδώνω -ομαι


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • «Στο φέσι του είχε λίγδα και στο ζωνάρι του λεκέδες» (Πηγή: https://www.tanea.gr)
  • Είναι μια πόλη πάρα πολύ βρώμικη μέσα στη λίγδα και το δεύτερο είναι οι χώροι στάθμευσης (Πηγή: https://www.ionianradio.gr)
  • το καλοκαίρι κάνουν παστά κεφαλοειδή ψάρια, όπως το μιξινάρι και το χειμώνα τις λίγδες (Πηγή: https://www.travel.gr)
  • ονομάζεται λίγδα ή λιγδοπούλα λόγω του «παιδικού» λίπους που έχει και ο Iούνιος είναι η εποχή της. (Πηγή: https://www.gastronomos.gr)
  • Λίγδα (λαρδί): Το σπιτικό βούτυρο από χοιρινό λίπος … (Πηγή: https://cookpad.com)
  • Με μεγάλες ξύλινες κουτάλες αρχίζει να αφαιρείται σιγά-σιγά σιγά η «πολύτιμη», σε άλλες εποχές, λίγδα για να στοιβαχθεί τότε σε μεγάλα γυάλινα ή ξύλινα δοχεία (Πηγή: https://cibum.gr)
  • Λίγδα Και Βρωμιά: Πως να Καθαρίσετε το Λιπαρό Διπλό Τζάμι του Φούρνου σε Λίγα Λεπτά (Πηγή: https://ru.pinterest.com)
  • Η λίγδα πάνω στο κινητό τηλέφωνο αποκαλύπτει προσωπικά μυστικά … (Πηγή: https://www.agriniotimes.gr)
  • Φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν το πρωί της Πέμπτης η λίγδα που έχει δημιουργηθεί στο οδόστρωμα, που έπεσε ο περαστικός. (Πηγή: https://www.anagnostis.org)
  • Μούχλα σκόνη και λίγδα στα κουρτινόξυλα: Πως να τα καθαρίσετε. (Πηγή: https://gr.pinterest.com)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT