λιάζω & λιάζομαι

Loading

[lázo] 

1. όταν λιάζουμε κάτι, το απλώνουμε κάτω από τον ήλιο για να στεγνώσει ή για να ξεραθεί.

2. λιάζομαι (παθητική φωνή) : κάποιος λιάζεται όταν κάθεται στον ήλιο.

3. λιάζεται (παθητική φωνή, 3ο πρόσωπο) : ένας χώρος λιάζεται όταν φωτίζεται και ζεσταίνεται από τον ήλιο.


Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλιάζω
λιάζεις
λιάζει
λιάζουμε ή λιάζομε
λιάζετε
λιάζουν(ε) 
να λιάζω
να λιάζεις
να λιάζει
να λιάζουμε 
να λιάζετε
να λιάζουν(ε) 
 
λιάζε
 
 
λιάζετε
Μετοχή ενεστώταλιάζοντας 
Παρατατικόςέλιαζα
έλιαζες
έλιαζε
λιάζαμε
λιάζατε
έλιαζαν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λιάζω
θα λιάζεις
θα λιάζει
θα λιάζουμε 
θα λιάζετε
θα λιάζουν(ε) 
  
Αόριστοςέλιασα
έλιασες
έλιασε
λιάσαμε
λιάσατε
έλιασαν  
να λιάσω 
να λιάσεις
να λιάσει
να λιάσουμε 
να λιάσετε
να λιάσουν (ε) 
 
λιάσε
 
 
λιάστε
Απαρέμφατο αορίστου:λιάσει 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λιάσω
θα λιάσεις
θα λιάσει
θα λιάσουμε 
θα λιάσετε
θα λιάσουν (ε) 
  
Παρακείμενοςέχω λιάσει 
έχεις λιάσει
έχει λιάσει
έχουμε λιάσει
έχετε λιάσει
έχουν λιάσει
να έχω λιάσει  
να έχεις λιάσει
να έχει λιάσει
να έχουμε λιάσει
να έχετε λιάσει
να έχουν λιάσει
 
Υπερσυντέλικοςείχα λιάσει 
είχες λιάσει
είχε λιάσει
είχαμε λιάσει
είχατε λιάσει
είχαν λιάσει
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λιάσει 
θα έχεις λιάσει
θα έχει λιάσει
θα έχουμε λιάσει
θα έχετε λιάσει
θα έχουν λιάσει
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλιάζομαι
λιάζεσαι
λιάζεται
λιαζόμαστε
λιάζεστε  
λιάζονται
να λιάζομαι
να λιάζεσαι
να λιάζεται
να λιάζόμαστε
να λιάζεστε 
να λιάζονται
 
(λιάζου)
 
 
(λιάζεστε)
Παρατατικόςλιαζόμουν (α)
λιαζόσουν(α)
λιαζόταν(ε)
λιαζόμασταν ή 
λιαζόσασταν 
λιάζονταν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λιάζομαι
θα λιάζεσαι
θα λιάζεται
θα λιαζόμαστε
θα λιάζεστε 
θα λιάζονται
  
Αόριστοςλιάστηκα
λιάστηκες
λιάστηκε
λιαστήκαμε
λιαστήκατε
λιάστηκαν 
να λιαστώ
να λιαστείς
να λιαστεί
να λιαστούμε
να λιαστείτε
να λιαστούν 
 
λιάσου
 
 
λιαστείτε
 
Απαρέμφατο αορίστου:λιαστεί 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λιαστώ
θα λιαστείς
θα λιαστεί
θα λιαστούμε
θα λιαστείτε
θα λιαστούν 
  
Παρακείμενοςέχω λιαστεί 
έχεις λιαστεί
έχει λιαστεί
έχουμε λιαστεί
έχετε λιαστεί
έχουν λιαστεί
να έχω λιαστεί
να έχεις λιαστεί
να έχει λιαστεί
να έχουμε λιαστεί
να έχετε λιαστεί
να έχουν λιαστεί
 
Μετοχή παρακειμένου:λιασμένος, η, ο 
Υπερσυντέλικοςείχα λιαστεί 
είχες λιαστεί
είχε λιαστεί
είχαμε λιαστεί
είχατε λιαστεί
είχαν λιαστεί
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λιαστεί
θα έχεις λιαστεί
θα έχει λιαστεί
θα έχουμε λιαστεί
θα έχετε λιαστεί
θα έχουν λιαστεί
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

λιάζω < αρχαία ελληνικά : ἡλιάζω (=ψήνω, ζεσταίνομαι στον ήλιο) με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος.

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


άλιαστος -η -ο, λιάσιμο, λιαστός -ή -ό


Ρήμα μεταβατικό


(πάτησε ⤵️για εμφάνιση)
  • Σε μια ανηφόρα του Γαλατσίου ένα μαγαζί πενήντα χρόνων λιάζει τα χταπόδια του σε ένα απόλυτα αστικό τοπίο, σερβίρει μεζέδες και ψάρι όπως λίγα ξέρουν στην Αθήνα . (Πηγή: https://www.lifo.gr/)
  •  Ο γεωργός σκαλίζει και λιάζει τη γη για να είναι γόνιμη -έτσι του είπε ο γεωπόνος- και έπειτα φυτεύει. (Πηγή: https://bonsaistories.gr/)
  • Η πανέμορφη Ρακέλ Μάουρι λιάζει το κορμί της στη Μύκονο. (Πηγή: https://www.newsbeast.gr/ )
  • Η Βασιλική λιάζει τις «μικρές πατουσες» της στο όμορφο Ρέθυμνο! (Πηγή: https://www.instagram.com/ )
  • Βρείτε την εκπληκτική Αιώρα για γάτες […] για να χαρίσετε στη γατούλα σας την ευκαιρία να λιάζει το κορμάκι της στην αυλή ή δίπλα στο παράθυρο […]. (Πηγή: https://www.petvet24.gr/)
  • Ο Αργεντινός επιθετικός της Μπαρτσελόνα λιάζει το καλογυμνασμένο του κορμί στον ήλιο της γειτονικής χώρας αράζοντας σε σκάφος.  (Πηγή: https://www.onsports.gr/)
  • Φώκια λιάζεται στον Θερμαϊκό και γίνεται viral. (Πηγή: https://www.libre.gr/ )
  • Αρκούδα λιάζεται στα Γρεβενά. (Πηγή: https://www.prlogos.gr/ )
  • Στο Νότο έκανε την εμφάνισή της μία όρκα από άμμο και στο Βορρά μία γοργόνα η οποία λιάζεται δίπλα στο κύμα της αμμώδης παραλίας Αγίου Στεφάνου Αυλιωτών! (Πηγή: https://www.corfuland.gr/ )
  • Στη γατούλα μας αρέσει πάντα να λιάζεται. (Πηγή: https://m.facebook.com/)
  • Αλεπού λιάζεται στη μέση του δρόμου στην Αγία Παρασκευή στην Αθήνα. (Πηγή: https://www.paron.gr/ )
  • Αντί να λιάζεται σε κάποια παραλία, χαϊδεύει τίγρεις στην Ταϋλάνδη! (Πηγή: https://www.skai.gr/)
  • Η Αργυρώ είναι τόσο εξοικειωμένη με την ανθρώπινη παρουσία ώστε όχι μόνο να βγαίνει στην ξηρά αλλά και να «λιάζεται» σε ξαπλώστρες, να δέχεται τα χάδια των «φίλων» της αλλά και να τους κάνει παρέα.  (Πηγή: https://www.protothema.gr/ )
  • Η Κύπρος, μια χώρα των αντιθέσεων, λιάζεται στην αιώνια ηλιοφάνεια και διαθέτει θεϊκή ομορφιά, χάρη στο μυθικό δώρο της Αφροδίτης. (Πηγή: https://aerogrammitravel.gr/ )

Στα νέα ελληνικά, το ρήμα “λιάζει” προέρχεται από το “λιάζω”, που σημαίνει “εκθέτω σε ηλιακή ακτινοβολία” ή “εκμεταλλεύομαι τη θερμότητα του ήλιου”. Η σημασία του “λιάζει” σχετίζεται με την έκθεση στον ήλιο, και όχι με την εμφάνιση του ήλιου. Παρόλα αυτά βρέθηκαν στο διαδικτυο χρήσεις όπου το ρήμα “λιάζει” χρησιμοποιείται για να δηλώσει την κατάσταση όπου ο καιρός είναι ηλιόλουστος, ότι έχει ήλιο.

Παραδείγματα :

  • Είτε βρέχει, είτε λιάζει, Είτε Χειμώνας, είτε Καλοκαίρι, Εγώ πιστός στην δική μου “Φιλοσοφία”!!! (Πηγή : https://www.instagram.com/ )
  • Στον ήλιο του προσώπου σου όλος ο κόσμος λιάζει… (Πηγή : https://www.facebook.com/)
  • Λιάζει την ώρα που γελάς
    κι όταν δακρύζεις βρέχει
    κι όντε κοιτάζεις χαμηλά
    η μέρα φως δεν έχει… (Πηγή : https://www.facebook.com/ )
  • Είτε βρέχει, είτε λιάζει εκατοντάδες άνθρωποι την περπατούν χωρίς να φοβούνται για τα οχήματα που απαγορεύονται δια ροπάλου. (Πηγή : https://www.voltarakia.gr/)

λιασμένος -η -ο

μετοχή παθητικού παρακειμένου λιάζω, λιάζομαι

Παραδείγματα :

  • Φρέσκο, λιασμένο χταπόδι στα κάρβουνα, σερβίρεται με παλαιωμένο ξύδι και ελαιόλαδο αρωματισμένο με θυμάρι. (πηγή : https://argopatras.gr/piata/)
  • Το σπιτικό mojito δεν έχει αγουαρδιέντε, έχει εκχυλίσματα δυόσμου σε λιασμένο τσίπουρο, λίγες σταγόνες και μια φέτα πράσινο λεμόνι. (πηγή : https://drepani.gr/ )
  • Τα αρώματά του θυμίζουν ώριμο αλάδι, κυδώνι, λιασμένο βερίκοκο, νεκταρίνι στο φούρνο και υπάρχει μια νότα από κάτι λιπαρό ή κρεμώδες, όπως το αμυγδαλέλαιο. (πηγή : https://eshop.warehouse.gr/ )

 

λιαστός -η -ο

 επίθετο για τρόφιμα : που δεν είναι λιασμένος, που δεν τον έχουν αφήσει στον ήλιο να ξεραθεί

λιαστός < λιάζω + -τός < αρχαία ελληνική ἡλιάζω < ἥλιος < πρωτοελληνική *hāwélios

Παραδείγματα :

  • Λιαστές ντομάτες μπορούμε να φτιάξουμε με δύο τρόπους. Στον φούρνο και στον ήλιο. Δοκιμάστε όποιον σας βολεύει (πηγή : https://aromakouzinas.blogspot.com )
  • Ντομάτα λιαστή, αποτελεί μια τροφή που αποτελείται από ώριμες κανονικές ντομάτες ή από άνυδρες ντομάτες, που ξεραίνονται κάτω από τον ήλιο. (πηγή : https://baharat.gr/shop/ntomata-liasti-tourkias/ )

άλιαστος -η -ο

 επίθετο για τρόφιμα : που παρασκευάστηκε με έκθεση στον ήλιο

[α- λιασ- (λιάζω) -τος]


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT