![]()
λησμονάω/λησμονώ (λησμόνησα), λησμονούμαι/λησμονιέμαι (λησμονήθηκα, λησμονημένος)
1. όταν λησμονούμε κάτι ή κάποιον, το(ν) ξεχνάμε.
2. όταν λησμονούμε να κάνουμε κάτι, ξεχνάμε να το κάνουμε.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
1. ξεχνάω
2. αμελώ, παραλείπω
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
θυμάμαι
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
| • Mάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. | = φράση που χρησιμοποιείται για ανθρώπους, συνήθως φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά. |
| • Ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί. | = η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται τελικά κι ας καθυστερεί. |
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | |
| Ενεστώτας | λησμονώ λησμονάς λησμονά (ει) λησμονάμε λησμονάτε λησμονούν(ε) | να λησμονείς να λησμονεί να λησμονείτε | λησμόνα λησμονάτε, λησμονείτε |
| Μετοχή ενεστώτα | λησμονώντας | ||
| Παρατατικός | λησμονούσα λησμονούσες λησμονούσε λησμονούσαμε λησμονούσατε λησμονούσαν | ||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λησμονώ, θα λησμπονάω θα λησμονάς θα λησμονά θα λησμονάμε θα λησμονάτε θα λησμονούν(ε) | ||
| Αόριστος | λησμόνησα λησμόνησες λησμόνησε λησμονήσαμε λησμονήσατε λησμόνησαν | να λησμονήσω να λησμονήσεις να λησμονήσει να λησμονήσουμε να λησμονήσετε να λησμονήσουν(ε) | λησμόνησε λησμονήστε |
| Απαρέμφατο αορίστου: | λησμονήσει | ||
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λησμονήσω θα λησμονήσεις θα λησμονήσει θα λησμονήσουμε θα λησμονήσετε θα λησμονήσουν(ε) | ||
| Παρακείμενος | έχω λησμονήσει έχεις λησμονήσει έχει λησμονήσει έχουμε λησμονήσει έχετε λησμονήσει έχουν λησμονήσει | να έχω λησμονήσει να έχεις λησμονήσει να έχει λησμονήσει να έχουμε λησμονήσει να έχετε λησμονήσει να έχουν λησμονήσει | |
| Υπερσυντέλικος | είχα λησμονήσει είχες λησμονήσει είχε λησμονήσει είχαμε λησμονήσει είχατε λησμονήσει είχαν λησμονήσει | ||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λησμονήσει θα έχεις λησμονήσει θα έχει λησμονήσει θα έχουμε λησμονήσει θα έχετε λησμονήσει θα έχουν(ε) λησμονήσει | ||
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λησμονάω – ώ < ελληνιστική κοινή : λησμονῶ
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
αλησμόνητος -η -ο, αλησμονιά, αλησμονώ & -άω, -ιέμαι, απολησμονώ -ιέμαι, επιλήσμονας, επιλήσμων -ων -ον, λησμονιά
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ρήμα μεταβατικό
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Το είχαμε… λησμονήσει αυτό το δίλημμα. (Πηγή : https://www.liberal.gr/)
- Με το έργο του φανερώνει ότι ένας λαός δεν μπορεί «να αρχίσει από την αρχή», να λησμονήσει την ιστορική έκπτυξη – με τις αρετές και τα λάθη – του Είναι του. (Πηγή : https://www.liberal.gr/ )
- Το αποφατικό μόριο ΟΧΙ, που τίμησε επί αιώνες την αρετή του ελληνικού έθνους, το λησμόνησε η πολιτική εξουσία και το θυμούνται πλέον, λίγοι, διαλεχτοί. (Πηγή : https://www.newsbreak.gr/ )
- Δημοσιεύοντας μία κοινή τους σκηνή από την ταινία τους «El Cantante» (Ο Τραγουδιστής), η δημοφιλής τραγουδίστρια έδειξε να λησμόνησε στιγμές του γάμου της.(Πηγή : https://www.protothema.gr/ )
- Γιατί η κοινωνία εστίασε εκείνη τη δεδομένη στιγμή σε κοινωνικά θέματα και λησμόνησε την προσφορά της στην επιστήμη; (Πηγή : https://www.typosthes.gr/)
- Ποιος μπορεί να λησμονήσει το περίφημο “όλοι μαζί τα φάγαμε”, το οποίο λειτούργησε ψυχολογικά για την αποδοχή του πρώτου Μνημονίου; (Πηγή : https://www.capital.gr/)
- Ούτε μία στιγμή δεν λησμόνησε την αγαπημένη του πατρίδα, τη Γουριά και το ηρωικό Μεσολόγγι. (Πηγή : https://sinidisi.gr/ )
- Η πείρα μου λέει πως σε αυτούς τους χώρους των βιβλιοθηκών κρύβονται μερικές φορές ανεκτίμητοι εκδοτικοί θησαυροί που έχουμε λησμονήσει την ύπαρξή τους. (Πηγή : https://www.liberal.gr/)
- Πολλές φορές μας έρχονται ξαφνικά στην μνήμη άνθρωποι, που τους έχουμε λησμονήσει χρόνια. https://www.orthmad.gr/ )
- Είναι οι ρίζες μου και θεωρώ ότι ο άνθρωπος δεν έχει μέλλον αν λησμονήσει το παρελθόν του. (Πηγή : https://www.politischios.gr/)
- Ένα κλικ, μπορεί να μας μεταφέρει την απλότητα αυτού του ανθρώπου, ο οποίος έχει κατακτήσει τη χρυσή μπάλα, παίζει ανέμελος στις γειτονιές τις οποίες μεγάλωσε, χωρίς να λησμονεί το μέρος από όπου ξεκίνησε. (Πηγή : https://www.bnsports.gr/)
- Η πληροφορία του όμως λησμονήθηκε για ένα σχεδόν αιώνα και ήρθε ξανά στο φως πρόσφατα. (Πηγή : https://elculture.gr/)
- Στη συνείδηση του κόσμου ταυτίστηκε με τον πρώτο καλοκαιρινό έρωτα, εκείνον που δεν λησμονείται ποτέ. (Πηγή : https://www.protothema.gr/)
- Έτσι, μπορεί ορθά η κοινωνία μας να υποκλίνεται σήμερα στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης του «αόρατου εχθρού», δεν πρέπει όμως να λησμονείται και η προσφορά άλλων, όπως των αγροτών.Δεν πρέπει να λησμονείται από τους ηγέτες της ΕΕ, που επιθυμούν να μειώσουν τον προϋπολογισμό της ΚΑΠ, καθώς θεωρούν τη διατροφική επάρκεια και τον ρόλο του αγρότη στην οικονομική και κοινωνική συνοχή της Ευρώπης μια «παρωχημένη υπόθεση». (Πηγή : https://www.ypaithros.gr/)
- Ο ίδιος όμως λησμονήθηκε όσο κανείς άλλος. «Έσβησε», με ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη θεατρική ιστορία του τόπου και τις αναφορές όσων ασχολούνται με αυτή. (Πηγή : https://www.athensvoice.gr/)
ΣΧΟΛΙΑ 1
Οι λέξεις “λησμονώ”, “λησμονάω” και “αλησμονώ” έχουν σχεδόν την ίδια σημασία, που είναι το “ξεχνώ”, αλλά διαφέρουν στη χρήση τους :
λησμονώ
Ύφος : επίσημο
Λησμονώ είναι η κύρια και πιο τυπική μορφή του ρήματος που σημαίνει “ξεχνώ”.
Χρησιμοποιείται συχνά σε επίσημες περιστάσεις.
Φαναράκια στον ουρανό της Λάρισας που δε λησμονεί την τραγωδία στα Τέμπη. (πηγή : https://www.skai.gr/)
Ο λαός δεν λησμονεί ότι ο εκλεκτός της ΝΔ περιφερειάρχης συνδιοίκησε για τέσσερα χρόνια με την παράταξη του ΠΑΣΟΚ. (πηγή : https://www.902.gr/ )
Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων και κανείς δεν λησμονεί τη λύρα του ξεριζωμού και το δοξάρι της ελπίδας. (πηγή : https://m.facebook.com/)
Οικουμενικός Πατριάρχης: “O Ρωμηός είναι πολίτης του κόσμου, που όμως δεν λησμονεί ποτέ την πίστιν και την γλώσσαν του. (πηγή : https://ec-patr.org/)
αλησμονώ
Ύφος : επίσημο (κυρίως λογοτεχνικό)
Αλησμονώ είναι μια παραλλαγή της λέξης “λησμονώ”, η οποία απαντάται κυρίως στη λαϊκή ποίηση και σε παλαιότερα κείμενα.
Χρησιμοποιείται σπανιότερα σήμερα και κυρίως σε παραδοσιακά, λαϊκά ή παλαιότερα κείμενα.
![]()
![]()
λησμονάω
Ύφος : ανεπίσημο
Λησμονάω είναι μια πιο καθημερινή, προφορική εκδοχή του ρήματος “λησμονώ”.
Χρησιμοποιείται στην καθημερινή ομιλία και είναι πιο οικείο από το “λησμονώ”.
Και ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά της μητέρας μου. (. “Και ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά …
Πηγή : ΛΕΞΙΣΚΟΠΙΟ
ΣΧΟΛΙΑ 2
μη με λησμόνει
Φράση
Η φράση “μη με λησμόνει” συνδέεται άμεσα με το ρήμα “λησμονώ”, το οποίο σημαίνει “ξεχνώ”. Η φράση κυριολεκτικά σημαίνει “μη με ξεχάσεις”.
μη με λησμόνει < λόγιο δάνειο : μη + αντωνυμία με + προστακτική του ρήματος λησμονώ –> μεταφραστικό δάνειο από τα γαλλικά : “ne-m΄oubliez-pas” ή από τα γερμανικά : “Vergissmeinnicht”.
Η παράσταση «Μικρασία, μη με λησμόνει» σε σκηνοθεσία Νικόλαου Ορτετζάτου παρουσιάζεται στις 25 Νοεμβρίου στο Θέατρο Κολοσσαίον. (πηγή : https://elculture.gr/)
Ποώδες Καλλωπιστικό Φυτό
Το “μη με λησμόνει” αναφέρεται σε ένα φυτό με την επιστημονική ονομασία Myosotis, που είναι κοινώς γνωστό ως “forget-me-not” στα αγγλικά.






Αφήστε μια απάντηση