![]()
[líγusa]
η λήγουσα (ουσιαστικό, θηλυκό)
στη γραμματική, η λήγουσα είναι η τελευταία συλλαβή μιας λέξης.
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
| οξύτονη | ||
| Ενικός αριθμός | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της τη(ν) – | λήγουσα λήγουσας λήγουσα λήγουσα |
![]()
Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).
Σύμφωνα με το λήγουσα (Ο27) κλίνονται τα: αλήθεια, μαθήτρια κ.ά. Δείτε περισσότερα εδώ.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Προέρχεται από το λόγιο σχηματισμό της ελληνιστικής λέξης «λήγουσα», η οποία είναι η ουσιαστικοποιημένη θηλυκή μετοχή του αρχαίου ρήματος «λήγω», που σημαίνει «τελειώνω» ή «σταματώ».
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
απολήγω, καταλήγω, λήγω, παραλήγουσα, προπαραλήγουσα
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Χειρουργός: οι λέξεις που καταλήγουν σε -ουργος και υποδηλώνουν επαγγελματική ιδιότητα τονίζονται στην λήγουσα (Πηγή: https://www.freeopinion.gr)
- «H προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται, όταν η λήγουσα είναι μακρά…» (εποχή πολυτονικού “λαϊκό άσμα” Γιώργος Μουφλουζέλης) (Πηγή: https://www.ogdoo.gr)
- τα δισύλλαβα επώνυμα που τελειώνουν στη λήγουσα είναι ως συνήθως ηπειρώτικα (Πηγή: https://www.ieidiseis.gr)
- Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται. π.χ. (ὁ ἄνθρωπος) τοῦ ἀνθρώπου. (Πηγή: https://www.vlioras.gr)
- για ιστορικούς λόγους, πολλά ουσιαστικά αρσενικά σε -ας ή -ης και θηλυκά σε -α ή -η, που συνήθως προέρχονται από πρωτόκλιτα της αρχαίας ελληνικής, τονίζονται υποχρεωτικά στη λήγουσα της γενικής πληθυντικού: π.χ. ο κλέφτης, οι κλέφτες, των κλεφτών (Πηγή: https://language.ntlab.gr)
Αφήστε μια απάντηση