![]()
λερώνω (λέρωσα), λερώνομαι (λερώθηκα, λερωμένος)
1. όταν κάποιος λερώνει κάτι, το γεμίζει με βρομιές ή λεκέδες.
2. όταν λερώνουμε κάποιον, τον προσβάλλουμε, αμαυτώνουμε την τιμή και την υπόληψή του με ενέργειες, συμπεριφορές αντίθετες προς την ηθική (μεταφορική σημασία)
3. λερώνει (3ο πρόσωπο) : όταν κάτι λερώνει, γεμίζει με βρομιές ή λεκέδες, γίνεται βρόμικο.
4. λερώνομαι (παθητική φωνή) : όταν κάποιος λερώνεται, γεμίζει τα ρούχα του με βρομιές ή λεκέδες.
ΣΥΝΩΝΥΜΑ
1. βρομίζω, λεκιάζω, πασαλείβω, ρυπαίνω
2. κηλιδώνω, μαγαρίζω, στιγματίζω, προσβάλλω
ΑΝΤΩΝΥΜΑ
καθαρίζω
ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ
| • απ΄ όπου κι αν τον πιάσεις, λερώνεσαι | = φράση για να δηλώσουμε ότι ένας άνθρωπος είναι ανήθικος, ανέντιμος, αισχρός. |
| • λερώνω τα χέρια μου | = παρανομώ (μεταφορική σημασία) |
| • λερώνω τα χέρια μου με αίμα | = διαπράττω φόνο (μεταφορική σημασία) |
| • έχω λερωμένη τη φωλιά μου | = φράση για να δηλώσουμε κάποιον που έχει κάνει κάτι μεμπτό, άξιο επίκρισης |
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λερώνω < μεσαιωνική ελληνική : λερώνω < λερ(ός) [-ώνω]
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
αλέρωτος -η -ο, λέρωμα
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ρήμα αμετάβατο και μεταβατικό
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Ο Βασίλης Καφαλούκος είναι σεφ που λερώνει την ποδιά του. (πηγή : https://www.athinorama.gr/ )
- Το να μάθει το κουτάβι να λερώνει στη διάρκεια της βόλτας, και όχι μέσα στο σπίτι δεν θέλει κόπο. (πηγή : https://www.ygeiamou.gr )
- Θα ενθουσιαστείτε με την ιδέα αυτής της μαμάς καθώς το παιδί μπορεί να ζωγραφίσει με νερομπογιές χωρίς να λερωθεί. (πηγή: https://www.mothersblog.gr )
- Μπέμπα λερώνεται τρώγοντας μακαρόνια με σάλτσα και η αντίδραση του μπαμπά είναι επική. (πηγή : https://www.mothersblog.gr/)
- Ό,τι έβγαλα από τη μπάλα τα επένδυσα στις ελιές – Μου αρέσει να ιδρώνω και να λερώνομαι. (πηγή : https://www.sdna.gr/)
- Μα πώς να μη λερώνομαι με μάσκαρα; (πηγή : https://loveyourselfmagazine.com/)
- Το δίκιο δε φιμώνεται, ο αγώνας δε λερώνεται! (πηγή : https://www.dnews.gr )
- Ιωάννα Παλιοσπύρου: Προσπαθώ να μην εστιάζω σε αυτή που μου έριξε το βιτριόλι, μου λερώνει την ψυχή (πηγή : https://www.newsit.gr )
ΣΧΟΛΙΑ
Το ρήμα “λερώνω” είναι συγγενές σημασιολογικά με το ρήμα “λεκιάζω”, καθώς έχουν τις ίδιες ακριβώς σημασίες. Ωστόσο, η μόνο μικρή και ανεπαίσθητη διαφοροποίηση στη χρήση τους είναι η εξής :
λερώνω
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη γενική ενέργεια της μόλυνσης ή της ακαθαρσίας.
Αναφέρεται σε οποιαδήποτε πράξη που κάνει κάτι ή κάποιον βρώμικο ή ακάθαρτο.
λεκιάζω
Εστιάζει περισσότερο στη δημιουργία συγκεκριμένων λεκέδων ή σημείων ακαθαρσίας πάνω σε μια επιφάνεια. Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δημιουργία ενός μικρού, συγκεκριμένου σημείου ακαθαρσίας ή βρωμιάς.


Αφήστε μια απάντηση