λερώνω & λερώνομαι

Loading

[leróno] 

1. όταν κάποιος λερώνει κάτι, το γεμίζει με βρομιές ή λεκέδες.

2. όταν λερώνουμε κάποιον, τον προσβάλλουμε, αμαυτώνουμε την τιμή και την υπόληψή του με ενέργειες, συμπεριφορές αντίθετες προς την ηθική (μεταφορική σημασία)

3. λερώνει (3ο πρόσωπο) : όταν κάτι λερώνει, γεμίζει με βρομιές ή λεκέδες, γίνεται βρόμικο.

4. λερώνομαι (παθητική φωνή) : όταν κάποιος λερώνεται, γεμίζει τα ρούχα του με βρομιές ή λεκέδες.


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

1. βρομίζω, λεκιάζω, πασαλείβω, ρυπαίνω

2. κηλιδώνω, μαγαρίζω, στιγματίζω, προσβάλλω


καθαρίζω


απ΄ όπου κι αν τον πιάσεις, λερώνεσαι= φράση για να δηλώσουμε ότι ένας άνθρωπος είναι ανήθικος, ανέντιμος, αισχρός.
λερώνω τα χέρια μου=  παρανομώ (μεταφορική σημασία)
λερώνω τα χέρια μου με αίμα= διαπράττω φόνο (μεταφορική σημασία)
έχω λερωμένη τη φωλιά μου= φράση για να δηλώσουμε κάποιον που έχει κάνει κάτι μεμπτό, άξιο επίκρισης

Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλερώνω
λερώνεις
λερώνει
λερώνουμε ή λερώνομε
λερώνετε
λερώνουν(ε) 
να λερώνω
να λερώνεις
να λερώνει
να λερώνουμε 
να λερώνετε
να λερώνουν(ε) 
 
λέρωνε
 
 
λερώνετε
Μετοχή ενεστώταλερώνοντας 
Παρατατικόςλέρωνα
λέρωνες
λέρωνε
λερώναμε
λερώνατε
λέρωναν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λερώνω
θα λερώνεις
θα λερώνει
θα λερώνουμε 
θα λερώνετε
θα λερώνουν(ε) 
  
Αόριστοςλέρωσα
λέρωσες
λέρωσε
λερώσαμε
λερώσατε
λάσπωσαν  
να λερώσω 
να λερώσεις
να λερώσει
να λερώσουμε 
να λερώσετε
να λερώσουν (ε) 
 
λερώσε
 
 
λερώστε
Απαρέμφατο αορίστου:λερώσει 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λερώσω
θα λερώσεις
θα λερώσει
θα λερώσουμε 
θα λερώσετε
θα λερώσουν (ε) 
  
Παρακείμενοςέχω λερώσει 
έχεις λερώσει
έχει λερώσει
έχουμε λερώσει
έχετε λερώσει
έχουν λερώσει
να έχω λερώσει 
να έχεις λερώσει
να έχει λερώσει
να έχουμε λερώσει
να έχετε λερώσει
να έχουν λερώσει
 
Υπερσυντέλικοςείχα λερώσει 
είχες λερώσει
είχε λερώσει
είχαμε λερώσει
είχατε λερώσει
είχαν λερώσει
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω λερώσει 
θα έχεις λερώσει
θα έχει λερώσει
θα έχουμε λερώσει
θα έχετε λερώσει
θα έχουν λερώσει
  
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού
Α΄ συζυγία, Παθητική φωνή (πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτική
Ενεστώταςλερώνομαι
λερώνεσαι
λερώνεται
λερωνόμαστε
λερώνεστε  
λερώνονται
να λερώνομαι
να λερώνεσαι
να λερώνεται
να λερώνόμαστε
να λερώνεστε 
να λερώνονται
 
(λερώνου)
 
 
(λερώνεστε)
Παρατατικόςλερωνόμουν (α)
λερωνόσουν(α)
λερωνόταν(ε)
λερωνόμασταν ή 
λερωνόσασταν 
λερώνονταν 
  
Εξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα λερώνομαι
θα λερώνεσαι
θα λερώνεται
θα λερωνόμαστε
θα λερώνεστε 
θα λερώνονται
  
Αόριστοςλερώθηκα
λερώθηκες
λερώθηκε
λερωθήκαμε
λερωθήκατε
λερώθηκαν 
να λερωθώ
να λερωθείς
να λερωθεί
να λερωθούμε
να λερωθείτε
να λερωθούν 
 
λερώσου
 
 
λερωθείτε
 
Απαρέμφατο αορίστου:λερωθεί 
Συνοπτικός
Μέλλοντας
θα λερωθώ
θα λερωθείς
θα λερωθεί
θα λερωθούμε
θα λερωθείτε
θα λερωθούν 
  
Παρακείμενοςέχω λερωθεί 
έχεις λερωθεί
έχει λερωθεί
έχουμε λερωθεί
έχετε λερωθεί
έχουν λερωθεί  

ή  

είμαι λερωμένος, η, ο
είσαι λερωμένος, η, ο
είναι λερωμένος, η, ο
είμαστε λερωμένοι, ες, α
είστε λερωμένοι, ες, α,
είναι λερωμένοι, ες, α
να έχω λερωθεί 
να έχεις λερωθεί
να έχει λερωθεί
να έχουμε λερωθεί
να έχετε λερωθεί
να έχουν λερωθεί  

ή  

να είμαι λερωμένος, η, ο
να είσαι λερωμένος, η, ο
να είναι λερωμένος, η, ο
να είμαστε λερωμένοι, ες, α
να είστε λερωμένοι, ες, α,
να είναι λερωμένοι, ες, α
 
Μετοχή παρακειμένου:λερωμένος, η, ο 
Υπερσυντέλικοςείχα λερωθεί  
είχες λερωθεί
είχε λερωθεί
είχαμε λερωθεί
είχατε λερωθεί
είχαν λερωθεί  

ή  

ήμουν λερωμένος, η, ο
ήσουν λερωμένος, η, ο
ήταν λερωμένος, η, ο
ήμασταν λερωμένοι, ες, α
ήσασταν λερωμένοι, ες, α
ήταν λερωμένοι, ες, α
  
Συντελεσμένος
Μέλλοντας
λερώθηκα
λερώθηκες
λερώθηκε
λερωθήκαμε
λερωθήκατε
λερώθηκαν 
 
πηγή : Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού

λερώνω < μεσαιωνική ελληνική : λερώνω < λερ(ός) [-ώνω]

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


αλέρωτος -η -ο, λέρωμα


Ρήμα αμετάβατο και μεταβατικό

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Ο Βασίλης Καφαλούκος είναι σεφ που λερώνει την ποδιά του. (πηγή : https://www.athinorama.gr/ )
  • Το να μάθει το κουτάβι να λερώνει στη διάρκεια της βόλτας, και όχι μέσα στο σπίτι δεν θέλει κόπο. (πηγή : https://www.ygeiamou.gr )
  • Θα ενθουσιαστείτε με την ιδέα αυτής της μαμάς καθώς το παιδί μπορεί να ζωγραφίσει με νερομπογιές χωρίς να λερωθεί. (πηγή: https://www.mothersblog.gr )
  • Μπέμπα λερώνεται τρώγοντας μακαρόνια με σάλτσα και η αντίδραση του μπαμπά είναι επική. (πηγή : https://www.mothersblog.gr/)
  • Ό,τι έβγαλα από τη μπάλα τα επένδυσα στις ελιές – Μου αρέσει να ιδρώνω και να λερώνομαι. (πηγή : https://www.sdna.gr/)
  • Μα πώς να μη λερώνομαι με μάσκαρα; (πηγή : https://loveyourselfmagazine.com/)
  • Το δίκιο δε φιμώνεται, ο αγώνας δε λερώνεται! (πηγή : https://www.dnews.gr )
  • Ιωάννα Παλιοσπύρου: Προσπαθώ να μην εστιάζω σε αυτή που μου έριξε το βιτριόλι, μου λερώνει την ψυχή (πηγή : https://www.newsit.gr )

Το ρήμα “λερώνω” είναι συγγενές σημασιολογικά με το ρήμα “λεκιάζω”, καθώς έχουν τις ίδιες ακριβώς σημασίες. Ωστόσο, η μόνο μικρή και ανεπαίσθητη διαφοροποίηση στη χρήση τους είναι η εξής :

λερώνω

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη γενική ενέργεια της μόλυνσης ή της ακαθαρσίας.
Αναφέρεται σε οποιαδήποτε πράξη που κάνει κάτι ή κάποιον βρώμικο ή ακάθαρτο.

λεκιάζω

Εστιάζει περισσότερο στη δημιουργία συγκεκριμένων λεκέδων ή σημείων ακαθαρσίας πάνω σε μια επιφάνεια. Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δημιουργία ενός μικρού, συγκεκριμένου σημείου ακαθαρσίας ή βρωμιάς.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT