![]()
[lepta]
λεπτά (επίρρημα)
όταν φερόμαστε λεπτά σε κάποιον, του φερόμαστε με ευγένεια και ευαισθησία
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
πηγή : Γραμματική Ε’ ΣΤ’ Δημοτικού
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
λεπτά < λεπτός
πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
λεπταίνω, λεπταισθησία, λεπταίσθητος -η -ο, λεπτεπίλεπτος -η -ο, λεπτοδείκτης, λεπτοδουλειά, λεπτοδουλεμένος -η -ο, λεπτοκαμωμένος -η -ο, λεπτολογία, λεπτολόγος -ος / -α -ο, λεπτολογώ, λεπτομέρεια, λεπτομερειακός -ή -ό
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
- Μου φέρθηκε πολύ λεπτά και δικριτικά, με ευγένεια (πηγή: https://www.greek-language.gr)
Αφήστε μια απάντηση