λαχειοπώλης

Loading

[laxiopólis] 

ο λαχειοπώλης πουλάει λαχεία στους δρόμους ή σε άλλους δημόσιους χώρου


https://www.youtube.com/watch?app=desktop&v=7LjXkCiT0pg


 παροξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
ο
του
τον
λαχειοπώλης
λαχειοπώλη
λαχειοπώλη
λαχειοπώλη
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τους
λαχειοπώλες
λαχειοπωλών
λαχειοπώλες
λαχειοπώλες

Ουσιαστικά σε -ης (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (μαθητής, καθηγητής) και παροξύτονα (επιβάτης).

Όλα τονίζονται στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα, (μαθητών, επιβατών)

Ορισμένα ουσιαστικά σε -ης που δηλώνουν επάγγελμα σχηματίζουν, σε ύφος κατά κανόνα οικείο, και θηλυκό ουσιαστικό σε -ισσα και σε -ίνα, π.χ. η γυμνασιάρχης και η γυμνασιάρχισσα, η βουλευτής και η βουλευτίνα.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


λαχειοπώλης < λόγιο δάνειο : λαχεί(ον) -ο- + -πώλης· 

λαχειοπώλισσα < λόγιο δάνειο:  λαχειοπώλ(ης) -ισσα, -ις

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


λαχειοπώλης, λαχειοφόρος -ος / -α -ο, επιλαχών – επιλαχούσα,  λαχαίνω, λαχνός 


-πώλης
 [pólis] θηλ. -πώλισσα [pólisa] στις περιπτώσεις που σχηματίζεται : α’ συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα την πώληση αυτού που εκφράζει το α’ συνθετικό: 1. αρωματο~, βιβλιο~, κοσμηματο~, χαρτο~. || σχηματίζει το λόγιο τύπο επαγγελματικών ουσιαστικών, όταν υπάρχει ανάλογος προφορικός: ιχθυο~, κρεο~, οπωρο~, παντο~· (πρβ. ψαράς, χασάπης, μανάβης, μπακάλης). 2. σπάνια με μη λόγιο τύπο του α’ συνθετικού: γυαλο~.

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση) 

[λόγ. < αρχ. -πώλης (< πωλῶ δες πουλώ) ως β’ συνθ.: αρχ. ἀλλαντο-πώλης, ελνστ. κρεο-πώλης· λόγ. -πώλ(ης) -ισσα]

αδαμαντοπώλης, αρχαιοπώλης, βιβλιοχαρτοπώλης – βιβλιοχαρτοπώλισσα, γαλακτοπώλης – γαλακτοπώλισσα, εφημεριδοπώλης – εφημεριδοπώλισσα, ζυθοπώλης, καπνοπώλης – καπνοπώλισσα, καστανοπώλης, κοσμηματοπώλης, παγοπώλης – παγοπώλισσα, παλαιοβιβλιοπώλης – παλαιοβιβλιοπώλισσα, παλαιοπώλης – παλαιοπώλισσα, υαλοπώλης – υαλοπώλισσα, χρωματοπώλης


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση) 

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση) 
  • η θέσπιση εργοδοτικής ασφαλιστικής εισφοράς αποσκοπεί στην ασφαλιστική τακτοποίηση της οικονομικά ασθενούς και ευάλωτης κατηγορίας των πλανόδιων λαχειοπωλών (Πηγή: https://www.forin.gr)
  • Ο μικρός λαχειοπώλης από τη Ρόδο που σήμερα διαπρέπει στο εξωτερικό ως κορυφαίος καθηγητής Κτηνιατρικής (Πηγή: https://www.dimokratiki.gr/)
  • Δεν είναι λίγες οι φορές μάλιστα που λαχειοπώλες έχουν αλλάξει ριζικά τις ζωές συνανθρώπων μας, φέρνοντας τους τύχη και κατ’ επέκταση πολλά χρήματα. (Πηγή: https://www.athensmagazine.gr)
  • Ο Τυχερός Λαχειοπώλης «ξαναχτύπησε», μοιράζοντας κέρδη 10.000 ευρώ! (Πηγή: https://www.kavalapost.gr)
  • Ένα επάγγελμα που κρατάει από παλιά και δίνει χαρά στις ζωές άλλων ανθρώπων είναι αυτό του λαχειοπώλη (Πηγή: https://www.noupou.gr)
  • Κι είπα από μέσα μου: Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. (Mάνος Χατζιδάκις) (Πηγή: https://www.koutipandoras.gr)
  • Στο σκοτάδι βρίσκονται οι πράκτορες και οι λαχειοπώλες μετά την απόφαση της κυβέρνησης να αναθέσει σε ιδιώτη επενδυτή τη διαχείριση του Κρατικού Λαχείου για δεκαπέντε χρόνια (Πηγή: https://www.philenews.com)
  • Λαχειοπώλες, που παλεύουν καθημερινά για το μεροκάματο αφηγούνται ιστορίες ανθρώπων που ονειρεύονται να γίνουν εκατομμυριούχοι (Πηγή: https://www.espressonews.gr)
  • «Ποινικός ανακριτής, πρώην αξιωματικός Αστυνομίας, έκλεψε τυφλό λαχειοπώλη για 1000 ευρώ» (Πηγή: https://reporter.com.cy)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT