λαδιά (ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ)

Loading

[laδjá] 

1. όταν κάνουμε μια λαδιά σε κάποιον, κάνουμε κάποια πονηριά για να τον ξεγελάσουμε και να του κάνουμε κακό. λαδιά λέμε μια παράνομη ή ανήθικη πράξη σε βάρος κάποιου. (μεταφορική σημασία)

2. λαδιά λέμε τον λεκέ από λάδι ή από άλλη λιπαρή ουσία όταν πέφτει πάνω σε μια επιφάνεια.

3. λαδιά λέμε την παραγωγή λαδιού.


ΣΥΝΩΝΥΜΑ

  1. βρομοδουλειά, απατεωνιά, απάτη

 οξύτονο
Ενικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
η
της
τη
λαδιά
λαδιάς
λαδιά
λαδιά
Πληθυντικός αριθμός
ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.
οι
των
τις
λαδιές
λαδιών
λαδιές
λαδιές

Ουσιαστικά σε -α (ισοσύλλαβα)

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα).

Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.

Στη δεύτερη υποκατηγορία, δηλαδή τονίζονται στη λήγουσα ανήκουν πολλά ουσιαστικά και αρκετά των οποίων ο τύπος της γενικής πληθυντικού δεν είναι εύχρηστος, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


Λαδιά < λάδ(ι) -ιά

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής 


αγουρόλαδο, αλαδιά, αμυγδαλόλαδο, ανάλαδος -η -ο, δαφνόλαδο, ελαιόλαδο, λαδάδικο, λαδάς, λαδέμπορος, λαδερός -ή -ό , λαδής -ιά -ί, λαδικό, λαδίλα, λαδώνω, μηχανόλαδο, μουρουνόλαδο, ρετσινόλαδο, σουσαμόλαδο, τηγανόλαδο,  τριανταφυλλόλαδο, ψαρόλαδο 

λαδο- [laδo] & λαδό- [laδó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α’ συνθετικό & λαδ- [laδ], όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. λάδι ως α’ συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· (πρβ. ελαιο-12)· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β’ συνθετικό: α. αναφέρεται στο λάδι, σχετίζεται με το λάδι ή είναι κατάλληλο για λάδι.β. περιέχει λάδι. 

λαδόκολλα, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδομπογιατίζω, λαδόξυδο, λαδόπανο, λαδορίγανη, λαδοτύρι, λαδόχαρτο


Μου έκανε λαδιά.= Με ξεγέλασε. Έκανε κάτι εναντίον μου.

(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Ο λεκές από λάδι, η κοινή λαδιά, είναι ο εφιάλτης της νοικοκυράς.(Πηγή: https://www.sparklean.gr)
  • Λερωμένος καναπές: Το κόλπο που εξαφανίζει λαδιές, τρίχες και μυρωδιές από ζώα (Πηγή: https://www.athensmagazine.gra )
  • Πάνω από 200 λαδιές από τον βανδαλισμό στο Βυζαντινό Μουσείο (Πηγή: https://www.in.gr)
  • Κόβει τη φόρα σε όσους περιμένουν μεγάλη… λαδιά ο Ισπανός υπουργός Γεωργίας (Πηγή: https://www.gargalianoionline.gr )
  • Έκανες πάλι τη λαδιά σου, παλιοκόριτσο, μα θα σε βρω όπου κι αν είσαι, τρελοκόριτσο, (Β. Περπινιάδης λαικό τραγούδι) (Πηγή: https://www.greekstixoi.gr )
  • 20 χρόνος έκανε λαδιά… κλέβοντας λάδια από super market της Κοζάνης (Πηγή: https://www.fonikozanis.gr )

Η λαδιά (ουσιαστικό)

Ως ουσιαστικό, η λέξη “λαδιά” αναφέρεται σε λεκέ από λάδι ή σε μια πράξη ή κατάσταση που σχετίζεται με λάδι. Μπορεί να υποδηλώνει έναν πραγματικό λεκέ ή μεταφορικά να αναφέρεται σε μια δόλια ή ύποπτη πράξη.

* Η μεταφορική χρήση της λέξης “λαδιά” είναι αρκετά συχνή στην καθημερινή γλώσσα και αναφέρεται σε ανέντιμες ενέργειες ή πρακτικές που έχουν στόχο να εξαπατήσουν.

Η λαδιά (επίθετο)

Η λέξη “λαδιά” ως επίθετο περιγράφει κάτι που έχει το χρώμα του λαδιού, δηλαδή ένα πρασινοκίτρινο χρώμα.

* Η χρήση της λέξης ως επίθετο είναι παρόμοια με την πιο κοινή λέξη “λαδί,” και ενίοτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά, αν και το “λαδί” είναι πιο συχνό στην περιγραφή χρωμάτων.

δες επίσης : ο λαδής – η λαδιά – το λαδί


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT