λαδί (ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ)

Loading

[laδí] 

το λαδί είναι το χρώμα του λαδιού



Η λέξη λαδί δεν κλίνεται.

πηγή : Γραμματική Ε’ και ΣΤ΄Δημοτικού


Λαδί < λάδ(ι) -ής· λάδ(ι) -ί 

πηγή : Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής


αγουρόλαδο, αλαδιά, αμυγδαλόλαδο, ανάλαδος -η -ο, δαφνόλαδο, ελαιόλαδο, λαδάδικο, λαδάς, λαδέμπορος, λαδερός -ή -ό , λαδής -ιά -ί, λαδιά, λαδικό, λαδίλα, λαδώνω, μηχανόλαδο, μουρουνόλαδο, ρετσινόλαδο, σουσαμόλαδο, τηγανόλαδο,  τριανταφυλλόλαδο, ψαρόλαδο


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)

πηγή : Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας


(πάτησε ⤵️ για εμφάνιση)
  • Το πράσινο, και δει το λαδί, είναι από τα χρώματα που θα παραμείνουν και την ερχόμενη σεζόν (Πηγή: https://www.theissue.gr )
  • Χειμερινός Υποδύτης (Πουκάμισο – Χρώματος πράσινου-λαδί) (Πηγή: https://dasarxeio.com )
  • Κότες στο Ναύπλιο γέννησαν αυγά σε…λαδί χρώμα! (Πηγή: https://www.pronews.gr/ )
  • Ο λόγος για τον οποίον τα λαδί μάτια φαίνεται να αλλάζουν χρώμα (Πηγή: https://www.gossip-tv.gr )

Το λαδί (ουσιαστικό)

Όταν η λέξη “λαδί” χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, δηλώνει το χρώμα που είναι πράσινο με κιτρινωπές αποχρώσεις, θυμίζοντας το χρώμα του ελαιόλαδου.

Το λαδί (επίθετο)

Ως επίθετο, η λέξη “λαδί” περιγράφει την ιδιότητα ενός αντικειμένου, υποδεικνύοντας ότι έχει το χρώμα του λαδιού (δηλαδή πράσινο-κιτρινωπό).

βλ. ο λαδής – η λαδιά – το λαδί


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

LEAVE A COMMENT